Σημειώσεις για τη δεξιοτεχνία – Fargo Nissim Tbakhi

 

Σημειώσεις για τη δεξιοτεχνία: Γράφοντας την ώρα της γενοκτονίας

του Fargo Nissim Tbakhi

 

Τι απαιτεί η Παλαιστίνη από εμάς, ως συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά, εντός ιμπεριαλιστικού πυρήνα, αυτή τη στιγμή της γενοκτονίας; Θέλω να καταθέσω εδώ μερικές σημειώσεις και κάποιες κατευθύνσεις, προκειμένου να αρχίσουμε να απαντάμε σε αυτό το ερώτημα.

I. Η δεξιοτεχνία είναι μια μηχανή που κατασκευάστηκε για να παράγει και να αναπαράγει ηθικές αποτυχίες· είναι μια αντεπαναστατική μηχανή.

Χρησιμοποιώ τον όρο «δεξιοτεχνία» εν προκειμένω για να περιγράψω το δίκτυο των διαδικασιών αποκάθαρσης της γραφής στην αγγλική γλώσσα: τις επιρροές του νεοφιλελευθερισμού, των εμπλεκόμενων θεσμών και των γλωσσικών προτεραιοτήτων του κράτους και της αυτοκρατορίας. Οι αντιαποικιοκράτες συγγραφείς, στις ΗΠΑ και την υπόλοιπη υφήλιο, έχουν διαμορφώσει εδώ και καιρό εναλλακτικές δεξιοτεχνίες που απορρίπτουν αυτές τις προτεραιότητες — και συνεχίζουν να εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση τώρα. Ωστόσο, η δεξιοτεχνία εξακολουθεί να στοιχειώνει τη γραφή μας· οι σημειώσεις αυτές έχουν ως στόχο να την αποσαφηνίσουν, ώστε να μπορέσουμε να απαλλαγούμε από την επιρροή της. Πάνω απ’ όλα, η δεξιοτεχνία είναι το αποτέλεσμα των δυνάμεων της αγοράς· είναι, επομένως, το αποτέλεσμα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, καθώς αυτά τα δύο είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε να είναι ένα και το αυτό πράγμα.

Η δεξιοτεχνία, η οποία διδάσκεται στα δυτικά ιδρύματα, υιοθετείται και αναπαράγεται από δυτικούς εκδότες, λογοτεχνικούς θεσμούς και φορείς απονομής βραβείων, είναι ένα σύνολο κανονιστικών ιδεών που περιορίζουν τις μορφές λόγου, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε πραγματικό κίνδυνο τον αστερισμό των οικονομικών και κοινωνικών αξιών που, καθώς γράφω αυτό το κείμενο, διευκολύνουν τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και αλλού σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν, όπως μας δίδαξε η Audre Lorde, τα εργαλεία του αφέντη δεν μπορούν να γκρεμίσουν το σπίτι του αφέντη, τότε η δεξιοτεχνία είναι η διαδικασία με την οποία τα δικά μας πραγματικά απελευθερωτικά εργαλεία αμβλύνονται, κατάσχονται και αντικαθίστανται. Πιστεύουμε ότι τα λόγια μας είναι πιο αιχμηρά απ’ ό,τι αποδεικνύονται· παίζουμε με ξύλινα σφυράκια και νομίζουμε ότι μπορούμε να σπάσουμε το μπετόν· νομίζουμε ότι ένα κουτάλι είναι ένα πριόνι.

Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής Βλέμμα [Look], η Solmaz Sharif γράφει:

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το
                   λοιπόν, αν ήμουν από την κουλτούρα σας, ζώντας σε αυτή τη χώρα,                                                                                      που είπε ο άντρας έξω από το Εθνικό Ρεπουμπλικανικό Συνέδριο του 2004                                                                                            θα το ανεχόμουν αυτό για αυτή τη χώρα·
την ίδια ώρα αισθάνθηκα την ανάγκη να διευκρινίσω: Θα ανεχόσασταν τα                                                                                              ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ, εννοείτε και αυτός διακήρυξε: Ναι.

Σε μια διάλεξη, η Sharif περιγράφει την εξάλειψη στοιχείων και τη νοηματική συρρίκνωση που απαιτούσε το ποίημα κατά την παρούσα συγκυρία, πράγματα τα οποία θα μπορούσαμε επίσης να κατανοήσουμε ως τις απαιτήσεις της δεξιοτεχνίας. Αυτό που το ποίημα απλοποίησε, σε αυτή τη σύντομη ενότητα, υπήρχε στην πραγματική ζωή ως μια παρατεταμένη αναμέτρηση με τη βίαιη ρητορική· και αυτό που οι απαιτήσεις του ποιήματος εξάλειψαν ήταν η βία ενός φιλελεύθερου διαδηλωτή που παρακολουθούσε, αγνοούσε αυτή την αναμέτρηση και έλεγε στον ρεπουμπλικάνο ότι, ενώ δεν συμφωνούσε με όσα έλεγε, ήξερε ότι ήταν καλός άνθρωπος. Η Sharif αποκαλεί αυτό «την πιο βίαιη προδοσία και την πιο πολιτικά καταστροφική απόφαση που το ποίημα αυτό με έκανε να πάρω, κάνοντάς με να αναρωτηθώ αν ένα καλό ποίημα είναι πάντοτε κατ’ ουσίαν ασυμβίβαστο με τη διαφοροποιημένη λογική από την οποία εξαρτώνται στην πραγματικότητα οι ζωές μας». Όλες οι ιδιότητες της δεξιοτεχνίας, οι ιδιότητες που καθιστούν ένα ποίημα «καλό», υποκίνησαν αυτή τη βία — τη βία του φιλελεύθερου Αμερικανού που δεν είναι πρόθυμος να θέσει σε κίνδυνο το σώμα του και την ψυχική του ηρεμία· μια βία που μπορεί να υφίσταται θεμελιωδώς έξω από τα όρια του στίχου — ώστε να εξαφανιστεί. H επιτυχία της δεξιοτεχνίας εξαρτάται από την ηθική και πολιτική αποτυχία.

Αυτό ακριβώς προξενεί η δεξιοτεχνία στα γραπτά μας: συνεχείς πιέσεις έως ότου αυτό που έχει σημασία, αυτό που πρέπει να πούμε, να περάσει στο περιθώριο ή να εξαφανιστεί εντελώς. Είναι αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας το να περιγράφουμε τους Παλαιστίνιους ως ανθρώπινα ζώα. Είναι αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας το να πιέσουμε τους αξιωματούχους των ΗΠΑ να μη χρησιμοποιούν λέξεις όπως «κατάπαυση του πυρός» ή «αποκλιμάκωση». Είναι αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας το να περιγράφονται οι Ισραηλινοί ως «παιδιά του φωτός» και οι Παλαιστίνιοι ως «παιδιά του σκότους». Είναι ένα αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας να αρχίσουν οι συνεντεύξεις να απαιτούν από τους Παλαιστίνιους να καταδικάσουν τη βίαιη αντίσταση, ένα αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας να διαγράφονται οι δράστες των βομβιστικών επιθέσεων από τα πρωτοσέλιδα, ένα αποτέλεσμα της δεξιοτεχνίας να αμφισβητείται η αξιοπιστία των μετρήσεων των Παλαιστινίων αναφορικά με τους νεκρούς. Αυτά είναι αποτελέσματα της δεξιοτεχνίας, επειδή είναι αποτελέσματα που λαμβάνουν χώρα στη γλώσσα, και αυτή η γλώσσα τροφοδοτεί και τροφοδοτείται με τη σειρά της από την πολιτική. Κάποιοι, με ονόματα και διευθύνσεις, έγραψαν, έλεγξαν, αναθεώρησαν και εκστόμισαν δυνατά αυτές τις λέξεις. Τα εργαλεία που χρησιμοποίησαν για να το κάνουν, οι ιδεολογίες που γέμισαν το λεξιλόγιό τους, όλα αυτά είναι η δεξιοτεχνία.

Η δεξιοτεχνία είναι μια μηχανή ρύθμισης, αλλοτρίωσης, αποκάθαρσης. Η Παλαιστίνη —και όλοι οι αγώνες με τους οποίους συνδέεται— απαιτεί από εμάς, σε κάθε μορφή λόγου, στο μέλλον, μια δέσμευση για συνεχείς και κλιμακούμενες ανατροπές αυτής της μηχανής· απαιτεί να δηλητηριάζουμε και να προδίδουμε τη δεξιοτεχνία με κάθε ευκαιρία.

ΙΙ. Το να γράφεις αλληλέγγυα προς την Παλαιστίνη σημαίνει να γράφεις εν τω μέσω της επανάστασης.

Μεταξύ 1936 και 1939, οι παλαιστίνιοι αγρότες εξεγέρθηκαν ενάντια στις οικονομικές στερήσεις που επέβαλε η βρετανική διοίκηση και το αναπτυσσόμενο σιωνιστικό κίνημα στην Παλαιστίνη. Η εξέγερσή τους περιλάμβανε συντονισμένες γενικές απεργίες και βίαιη αντίσταση στο ξεκίνημα της εθνοκάθαρσης και του αναγκαστικού εκτοπισμού. Σε απάντηση, οι Βρετανοί θέσπισαν ένα σύνολο νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες θα έμεναν γνωστές ως οι «Αμυντικοί (έκτακτοι) κανονισμοί» του 1945 που επέτρεψαν στους βρετανούς αξιωματικούς να ασκήσουν όλη τη δύναμη της αυτοκρατορίας στην παλαιστινιακή αγροτιά για να καταστείλουν βάναυσα την εξέγερση. Μετά τη Νάκμπα, οι κανονισμοί αυτοί αποτέλεσαν τη βάση για μεγάλο μέρος του νομικού συστήματος διακυβέρνησης του κράτους του Ισραήλ. Για εβδομήντα πέντε χρόνια, λοιπόν, οι Παλαιστίνιοι υπήρχαν —βίαια και μη, πολιτικά και μη, ενεργά και μη— σε κατάσταση εξέγερσης. Ο νόμος και οι άνθρωποι που τον εφαρμόζουν ανά την υφήλιο ενεργούν αναλόγως· αυτό σημαίνει ότι όσο οι Παλαιστίνιοι ζουν υπό τη σκιά του αποικισμού του σιωνιστικού κράτους και μέχρι αυτοί να μην υπόκεινται πλέον σε ένα κράτος, του οποίου τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά προϋποθέτουν την ύπαρξή τους ως ουσιαστικά απειλητικών άλλων, η εξέγερση ήταν και είναι εν εξελίξει. Η εξέγερση είναι κάτι που βιώνεται καθημερινά και οι Παλαιστίνιοι πάντοτε εργάζονταν για να καθορίσουν οι ίδιοι τη μορφή της: η Μεγάλη Εξέγερση, η Πρώτη Ιντιφάντα, η Δεύτερη Ιντιφάντα, η Πορεία της Επιστροφής, η Ιντιφάντα της Ενότητας, οι μυριάδες μορφές αντίστασης, ελάχιστες και μέγιστες, αυθόρμητες και οργανωμένες, ένοπλες και άοπλες — αυτά αποτελούν μέρος της μακράς και διαρκούς ουσιαστικής Ιντιφάντα, μιας μακράς και διαρκούς επανάστασης που έχει πάρει πολλές μορφές και θα συνεχίσει να εξελίσσεται και της
οποίας το τελικό σημείο είναι η απελευθέρωση.

Το Ελεύθερο Θέατρο, στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν, ιδρύθηκε από τον Juliano Mer Khamis και τον Zakaria Zubeidi το 2006, πάνω στα ερείπια του Πέτρινου Θεάτρου, που είχε ιδρύσει η μητέρα του Juliano, η Arna, το οποίο και καταστράφηκε από το Ισραήλ. Το έργο του Ελεύθερου Θεάτρου βασίζεται εν μέρει στην ιδέα ότι «η τρίτη Ιντιφάντα θα είναι πολιτιστική». Ωστόσο, ο Juliano τόνισε: «Αυτό που κάνουμε στο θέατρο δεν προσπαθούμε να είναι υποκατάστατο ή εναλλακτική λύση στην αντίσταση των Παλαιστινίων και στον αγώνα για απελευθέρωση — ακριβώς το αντίθετο. Τούτο πρέπει να είναι σαφές». Η Παλαιστίνη απαιτεί από όλους μας, ως συγγραφείς και καλλιτέχνες, να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας κατ’ αρχήν αλληλέγγυους προς τη μακρά πολιτιστική Ιντιφάντα που οικοδομείται παράλληλα και σε συνεργασία με την υλική Ιντιφάντα. Γράφουμε εν τω μέσω της εξέγερσης· η σελίδα είναι ένα όπλο.

ΙΙΙ. Το «εν τω μέσω» είναι η κατάσταση της καθημερινότητας — καταπίεση τόσο διάχυτη, ώστε να σχηματίζει μια ατμόσφαιρα, εντός της οποίας κινούμαστε.

Το «εν τω μέσω» δεν είναι μια χρονική συνθήκη· μπορεί να είμαστε πιο κοντά στο τέλος της επανάστασης παρά στην αρχή· μπορεί να είμαστε πιο κοντά στην απελευθέρωση παρά στην ήττα, αλλά η εμπειρία μας και οι πράξεις μας υπάρχουν εντός του πλαισίου που μπορούμε να δούμε, το πλαίσιο αυτού του «εν τω μέσω». Η απελευθέρωση είναι το τέλος, αλλά είναι ένα γεωγραφικό τέλος και όχι ένα χρονικό, ένα έδαφος και όχι μια ώρα. Κινούμαστε προς αυτήν· άλλοτε αργά, άλλοτε γρήγορα, αλλά πάντα προς αυτήν. Είναι η τοποθεσία με βάση την οποία προσανατολίζουμε τις κινήσεις μας. Το γνωρίζουμε, επειδή πλησιάζει, όχι απαραιτήτως επειδή έρχεται νωρίτερα.

(Και η απελευθέρωση κινείται επίσης· έχει το δικό της είδος δράσης, μπορεί να τρεμοπαίξει λίγο, καθώς κοιτάζεις μέσα από την οπή της περίφραξης που μόλις άνοιξες· μπορεί να νιώσεις ένα χέρι στον ώμο σου, κάποιον να στέκεται δίπλα σου σαν φίλος· η απελευθέρωση σε αφήνει να καταλάβεις τι συναίσθημα είναι αυτό, ότι πηγαίνεις στον σωστό δρόμο).

Το «εν τω μέσω», λοιπόν, είναι η συναισθηματική εμπειρία τού να κινείσαι μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στη δομική και, συνεπώς, διαρκή βία που διαμορφώνει τη μηχανή της γενοκτονίας και λιπαίνει τους τροχούς της. Ωστόσο, αυτή η συναισθηματική εμπειρία είναι επίσης, ή θα μπορούσε να είναι, η εμπειρία μιας αντίρροπης και ανταγωνιστικής καθημερινότητας: η καθημερινότητα της αντίστασης και του αδιάκοπου αγώνα. Αυτή η αντικαθημερινότητα διαμορφώνεται από τους Παλαιστίνιους, των οποίων ο αγώνας εν μέσω της εξέγερσης παίρνει μια εκπληκτική ποικιλία μορφών — μορφών φροντίδας, τρυφερότητας, βίας, εφευρετικότητας, πόρων και επιβίωσης.

Αυτή η διαρκής Ιντιφάντα διασχίζει εκείνο το «εν τω μέσω». Η Ιντιφάντα είναι ένα αποτίναγμα της καταπίεσης, ένα αποτίναγμα του στρώματος της σκόνης. Πρόκειται για μια σωματική πράξη: να κουνιέσαι, να συσπάσαι σε μια συνεχή κίνηση άρνησης, να είσαι εν τέλει καθαρός ενώπιον του κόσμου. Θα κουραστούμε· οι μύες μας θα καταπονηθούν και μετά θα δυναμώσουν. Κάποιος πέφτει, τον σηκώνουμε· πέφτουμε εμείς, μας σηκώνουν οι άλλοι. Πρέπει όμως να συνεχίσουμε.

IV. Πρέπει να αναρωτηθούμε: τι απαιτεί από εμάς, λοιπόν, το να γράφουμε εν μέσω της Ιντιφάντα; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη σελίδα ως μέτωπο του μακροχρόνιου πολέμου;

Ο βραζιλιάνος αντιφασίστας θεατρικός δημιουργός Augusto Boal έγραψε, στο Θέατρο των καταπιεσμένων [Theater of the Oppressed], ότι οι παραδοσιακές αριστοτελικές αφηγηματικές δομές είναι εργαλεία καταναγκασμού, δημιουργημένα από την αστική τάξη, τα οποία χρησιμεύουν για να αποκαθάρουν το επαναστατικό συναίσθημα του κοινού και, μαζί με αυτό, την υποχρέωση να παρέμβει στην εκτυλισσόμενη αφήγηση ως δρώσα δύναμη. Αυτός ο καταναγκασμός αποσκοπεί στο να μας κάνει να αισθανθούμε ότι τα κοσμοϊστορικά γεγονότα είναι πέρα από τη σφαίρα της αντίληψής μας, ότι δεν έχουμε καμία δράση μέσα σε αυτά και ότι πρέπει να παραμείνουμε στο υφιστάμενο status quo, το οποίο είναι αποκλειστικά και μόνο η καθημερινότητα. Όπως ισχυρίζεται ο Boal:

Η ποιητική του Αριστοτέλη είναι η ποιητική της καταπίεσης: ο κόσμος είναι γνωστός, τέλειος ή πρόκειται να τελειοποιηθεί και όλες οι αξίες του επιβάλλονται στους θεατές, οι οποίοι παθητικά εκχωρούν στους χαρακτήρες την εξουσία να ενεργούν και να σκέφτονται αντ’ αυτών. Με αυτόν τον τρόπο οι θεατές απαλλάσσονται από το τραγικό τους ελάττωμα — δηλαδή από κάτι ικανό να αλλάξει την κοινωνία. Παράγεται μια κάθαρση της επαναστατικής ορμής!

Αυτή η κάθαρση μας κάνει μάρτυρες και τίποτε άλλο.
(Θα πρέπει να είμαστε καχύποπτοι και με τη λέξη «μάρτυρας». Στη Δύση, στα αγγλικά, ένας μάρτυρας είναι πάντα μόνο στην υπηρεσία του νόμου· η μαρτυρία του προορίζεται μόνο για να πείσει έναν δικαστή. Οι λέξεις και οι θέσεις που απαιτούνται από εμάς είναι ήδη στιγματισμένες· ο νόμος δεν θα μας σώσει, ο νόμος είναι αυτός που μας σκοτώνει).

Η Παλαιστίνη απαιτεί να εγκαταλείψουμε αυτή την κάθαρση. Κανείς δεν πρέπει να βγει από το έργο μας, νιώθοντας αποκαθαρμένος, καθαρός. Κανείς δεν πρέπει να ζει ευτυχισμένος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι αναγνώστες μας μπορούν να αισθάνονται έτσι, όταν η απελευθέρωση είναι η προϋπόθεση για το έργο μας και όχι το άπιαστο όνειρο· όταν είναι το σημείο στο οποίο στεκόμαστε και όχι το σημείο προς το οποίο τρέχουμε.

Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που απαιτεί η εν εξελίξει επανάσταση, αυτό που απαιτεί η Παλαιστίνη, είναι μια προσέγγιση στη γραφή, της οποίας πρωταρχικός σκοπός είναι να συσπειρώσει τους άλλους γύρω μας, να δημιουργήσει μέσα τους μια ενέργεια, την οποία τα σώματά τους δεν μπορούν να μεταφράσουν παρά μόνο σε επαναστατικό κίνημα. Αυτό είναι που διαμόρφωσε για εμάς ο Boal στα θεατρικά του πειράματα, τα οποία ήταν αφιερωμένα στην ενδυνάμωση του κοινού, ώστε να δράσει, να συμμετάσχει σε έναν δημιουργικό αγώνα, προκειμένου να οραματιστεί και να ενσαρκώσει εναλλακτικές δυνατότητες. Για τον Boal, το θέατρο δεν ήταν επανάσταση, αλλά ήταν μια πρόβα για την επανάσταση, με σκοπό να συσπειρώσει τις κοινότητες σε αυτή την πρόβα. Η δημιουργική εργασία μάς προετοιμάζει για την υλική εργασία, προσφέροντας έναν χώρο για να δοκιμάσουμε στρατηγικές, να σκεφτούμε τις αντιφάσεις, να θυμηθούμε τη δική μας δράση.

Πρέπει να ασχοληθούμε με αυτό το είδος γραφής, το οποίο καλεί τους άλλους σε κινητοποίηση, δημιουργώντας συναισθήματα στο κοινό μας που δεν μπορούν να διαχυθούν με την ανάγνωση, αλλά πρέπει να μετατραπούν σε συλλογική δράση. Κάθεσαι, διαβάζεις κάτι, νιώθεις θλίψη ή θυμό ή χαρά, τα αποβάλλεις όλα, τα παραμερίζεις, συνεχίζεις τη δουλειά σου ως συνήθως — αυτό είναι το καταναγκαστικό συναισθηματικό σύστημα στο οποίο εμμένει η δεξιοτεχνία. Πρέπει να γράφουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπάρχει το συνηθισμένο. Πρέπει να γράψουμε έτσι, ώστε, όπως λέει ο Boal, «η δράση να πάψει να παρουσιάζεται με ντετερμινιστικό τρόπο, ως κάτι αναπόφευκτο, ως Μοίρα […]. Τα πάντα υπόκεινται σε κριτική, σε διόρθωση. Όλα μπορούν να αλλάξουν — και μάλιστα σε χρόνο μηδέν».

V. Η ευόδωση αυτής της γενοκτονίας εξαρτάται από το μεγάλο λογοθετικό και υλικό όπλο της Δύσης: τις οντολογικές κατηγορίες του «τρομοκράτη» και της «τρομοκρατίας».

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η τρομοκρατία δεν περιγράφει μια αντικειμενική πραγματικότητα· είναι, όπως και άλλες λέξεις που χρησιμοποιούνται για δολοφονίες, μια ιδεολογικοποιημένη λέξη που χρησιμοποιείται από εξουσίες με συγκεκριμένα νομοθετικά και σωφρονιστικά όργανα συνδεδεμένα με τη χρήση της.

Η C. Heike Schotten, στο Κουήρ τρόμος: Ζωή, θάνατος και επιθυμία στην αποικία των εποίκων [Queer Terror: Life, Death, and Desire in the Settler-Colony], μας προσφέρει τον μοναδικό ορισμό της τρομοκρατίας που έχει σημασία. Γράφει ότι η φιγούρα του τρομοκράτη:

[…] μπορεί να κατανοηθεί ως η ηθικοποιημένη ιμπεριαλιστική ονομασία του σύγχρονου κράτους εποίκων για το αδιανόητο γηγενές απομεινάρι που, με την επιμονή του να παραμένει, αμφισβητεί την αξίωση του κράτους εποίκων για κυριαρχία, ασφάλεια και εκπολιτιστική ισχύ. Πράγματι, η συνέχιση της ύπαρξης των αυτόχθονων πληθυσμών όχι μόνο αμφισβητεί την αξίωση της κυριαρχίας των εποίκων για νομιμότητα και «πρωτοκαθεδρία», αλλά είναι ο προάγγελος του θανάτου αυτής της κυριαρχίας, στον βαθμό που οι πληθυσμοί αυτοί γίνονται αναγνώσιμοι ως υπαρκτοί.

Η τρομοκρατία είναι το μεγάλο όπλο της Δύσης· χρησιμοποιείται μόνο εναντίον εκείνων που μπορούν να χωρέσουν στο πεδίο εφαρμογής της — και αυτό δεν είναι όλοι οι άνθρωποι. Είναι το γηγενές απομεινάρι και όσοι είναι αλληλέγγυοι προς αυτό στο πεδίο εφαρμογής· κανείς άλλος δεν υπάρχει. Οι υπερασπιστές της χώρας που μπλοκάρουν την αστυνομική δύναμη εμφανίζονται στο πεδίο εφαρμογής, οι διαδηλωτές που αγωνίζονται ενάντια στην αστυνομική βία εμφανίζονται στο πεδίο εφαρμογής. Η τρομοκρατία κάνει μόνο αυτό που σχεδιάστηκε να κάνει σε αυτούς που σχεδιάστηκε να στοχεύει. Η τρομοκρατία δεν μπορεί να αναιρεθεί· δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε ή να την απλοποιήσουμε για τους δικούς μας σκοπούς. Δεν έχει καμία σημασία να αποκαλούμε την ισραηλινή ή την αμερικανική βία «τρομοκρατική βία», γιατί η τρομοκρατία είναι ένα μονόπλευρο όπλο και οι σφαίρες της ανήκουν αποκλειστικά στο κράτος. Το κράτος δεν μπορεί να εμφανιστεί στο πεδίο εφαρμογής. Προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε τρομοκράτες ή ότι κάποιος άλλος είναι τρομοκράτης, επιβεβαιώνουμε ότι το όπλο της τρομοκρατίας θα έπρεπε να υπάρχει γενικά και ότι το πρόβλημα είναι απλώς να του δώσουμε τον κατάλληλο στόχο. Ξαναγεμίζουμε το όπλο οι ίδιοι, όταν το κάνουμε αυτό. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει η Schotten:

Αν οι μόνες επιλογές είναι […] να πάρουμε το μέρος ενός μελλοντικού, εποικιστικού και ιμπεριαλιστικού «εμείς» (είτε ως ορκισμένοι υποστηρικτές της αυτοκρατορίας είτε ως φίλα προσκείμενοι φιλελεύθεροι συμβιβαστές της) ή το μέρος ενός παράδοξου άλλου, «άγριου» και «τρομοκράτη», η επιλογή, νομίζω, είναι ξεκάθαρη: πρέπει να επιλέξουμε να σταθούμε με τους «τρομοκράτες».

Αυτή η επιλογή πρέπει να διαμορφώνει τη γραφή μας. Τέρμα η συζήτηση ανάμεσα στο σπαθί και τον λαιμό. Τέρμα η προσπάθεια να αποδείξουμε ότι οι καταπιεσμένοι είναι ο λαιμός και όχι το σπαθί, να στρέψουμε το σπαθί προς μια κατεύθυνση που θα ικανοποιήσει τη λεπίδα του· δεν έχει καμία σημασία. Αυτό ισχύει για ένα πλήθος άλλων λέξεων, των οποίων οι σημασίες βρίσκονται εκτός του ελέγχου μας. Η γλώσσα είναι ήδη δηλητηριασμένη· δεν υπάρχει θεραπεία.

Τι καθιστά δυνατή αυτή την επιλογή; Στην ταινία μικρού μήκους «Στο μέλλον τρώγαμε από την καλύτερη πορσελάνη» [«In the Future They Ate From the Finest Porcelain»], η Larissa Sansour βάζει έναν χαρακτήρα να χρησιμοποιεί τη φράση «αφηγηματική τρομοκρατία». Αυτή θα μπορούσε να είναι η δική μας προσέγγιση: να εμπλακούμε σε έναν ανταρτοπόλεμο της σελίδας, να θεωρήσουμε τη σελίδα ως ένα επιπλέον μέτωπο της αλληλεγγύης μας προς εκείνους που θα είναι πάντοτε οι στόχοι των κρατικών όπλων. Ένας τρόπος προσέγγισης είναι να σκεφτούμε τι σημαίνει η αφήγηση, όταν βρίσκεται σταθερά στο πλευρό εκείνων που καθίστανται τρομοκράτες, στο πλευρό των αποικιοκρατούμενων και των καταπιεσμένων, στο πλευρό εκείνων που βρίσκονται στο πεδίο εφαρμογής. Τι τακτικές, σχήματα, στρατηγικές και αναγκαιότητες απαιτούν οι αγώνες τους από τις αφηγήσεις μας; Πώς θα μπορούσαν οι αφηγήσεις μας να υπηρετήσουν το κυνήγι των γηγενών καταλοίπων που κατατρώγουν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας σαν τερμίτες; Πώς θα μπορούσε η γραφή μας, σύμφωνα με τα λόγια του παλαιστίνιου διανοούμενου και μάρτυρα Bassel Al-Araj, «να ζει σαν σκαντζόχοιρος, να πολεμάει σαν ψύλλος»; Και — ίσως το πιο σημαντικό— πώς μπορούμε να αρνηθούμε την ενσωμάτωση αυτών των επιλογών και αυτής της γλώσσας σε ένα καινούργιο νεοφιλελεύθερο σύνολο περιορισμών που σιγοντάρουν τον αγώνα, αλλά, παρά ταύτα, εργάζονται για την εξουδετέρωσή του; Δηλαδή, πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να παγκοσμιοποιούμε την Ιντιφάντα, χωρίς να επιτρέψουμε αυτή να ενταχθεί απλώς στο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης;

Θα μπορούσαμε να κλιμακώσουμε αυτή την αφηγηματική τρομοκρατία προς μια σταθερή αισθητική τρομοκρατία· θα μπορούσαμε να επιδιώξουμε την καταστροφή των πολιτιστικών υποδομών και των δομών των εκδοτικών επιχειρήσεων. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει, μεταξύ άλλων, να μπλοκάρουμε τους κόμβους υποβολής προτάσεων, να καπηλευτούμε τον χώρο του βιογραφικού, όπως έχει υποδείξει η Rasha Abdulhadi, να καπηλευτούμε τις συνεντεύξεις και το podcast και τη συζήτηση για τη δεξιοτεχνία και την αίθουσα διδασκαλίας και την πρόσκληση για υποβολή προτάσεων και την πληρωμή για τη δημοσίευση ενός ποιήματος. Θα μπορούσε να σημαίνει να γράψουμε πράγματα που δεν μπορούν να εκδοθούν λόγω της συγκυρίας και να αναγκάσουμε τους εκδότες να τα δημοσιεύσουν ούτως ή άλλως· θα μπορούσε να σημαίνει να παρακάμψουμε ή να αγνοήσουμε τις δομές των εκδοτικών επιχειρήσεων υπέρ τρόπων κυκλοφορίας εκτός των ορίων του κεφαλαίου και, επομένως, απαλλαγμένων από το αόρατο χέρι της αγοράς. Θα μπορούσε να σημαίνει μποϊκοτάζ, πίεση και άρνηση να επιτρέψουμε την επιστροφή της καταπιεστικής καθημερινότητας σε οποιονδήποτε χώρο κατοικούμε. Θα μπορούσε να σημαίνει να είμαστε θορυβώδεις, ενοχλητικοί και αποφασιστικά σταθεροί στις αρνήσεις και τις επιμονές μας. Θα μπορούσε να σημαίνει να συνδεθούμε με συγγραφείς που επεκτείνουν την αλληλεγγύη πέρα από τα όρια της σελίδας και σε άμεσες δράσεις ενάντια στη διαπλοκή των θεσμών μας, λογοτεχνικών ή άλλων. Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει τη δημιουργία εναλλακτικών και βιώσιμων δικτύων υποστήριξης για τους συναδέλφους μας συγγραφείς που χάνουν δουλειές, ευκαιρίες ή αντιμετωπίζουν προπηλακισμούς. Όπως ένα δίχτυ, δενόμαστε μεταξύ μας για να σταματήσουμε την καθημερινότητα· δενόμαστε αρκετά σφιχτά, ώστε κανείς μας να μη χαθεί στη διαδρομή. Μέγιστη δέσμευση, ελάχιστη μοναξιά — για να παραφράσω έναν σύντροφο.

VI. Θα πρέπει να προδώσουμε τη δεξιοτεχνία και στη θέση της να τοποθετήσουμε την πολιτική σκέψη.

Ένα δημοσίευμα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης [PFLP] με τίτλο «Στρατηγική για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης» [«Strategy for the Liberation of Palestine»] (1969), το οποίο συντάχθηκε εν μέρει από τον παλαιστίνιο συγγραφέα, επαναστάτη και μάρτυρα Ghassan Kanafani, επισημαίνει:

Μία από τις βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας του σχεδίου για την απελευθέρωση είναι η σαφής θεώρηση των πραγμάτων: σαφής θεώρηση του εχθρού και σαφής θεώρηση των επαναστατικών δυνάμεων. Υπ’ αυτό το πρίσμα καθορίζεται η στρατηγική του αγώνα και χωρίς αυτή την προοπτική η εθνική δράση μετατρέπεται σε έναν παρορμητικό τυχοδιωκτισμό που σύντομα καταλήγει σε αποτυχία. Η επαναστατική πολιτική σκέψη δεν είναι μια εν κενώ αφηρημένη ιδέα ούτε μια πνευματική πολυτέλεια ούτε ένα διανοητικό χόμπι για τους μορφωμένους, το οποίο μπορούμε, αν θέλουμε, να το αφήσουμε στην άκρη ως περιττή πολυτέλεια. […] Η επιστημονική επαναστατική σκέψη είναι η σαφής σκέψη με την οποία οι μάζες είναι σε θέση να κατανοήσουν τον εχθρό τους, τα ισχυρά και τρωτά σημεία του, και τις δυνάμεις που υποστηρίζουν και συμμαχούν με τον εχθρό.

Αν σκοπεύουμε να θεωρήσουμε τα γραπτά μας ως έναν χώρο, όπου μπορούμε να αγωνιστούμε, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποιον πολεμάμε, με ποιον πολεμάμε και γιατί πολεμάμε. Η πολιτική σκέψη και η πολιτική παιδεία είναι τα νευραλγικά δομικά στοιχεία αυτής της γνώσης. Η δεξιοτεχνία μάς ζητά να σκεφτούμε πρώτα τη γλώσσα και μετά την πολιτική· μας λέει ότι η πολιτική παιδεία δεν είναι κεντρική αλλά περιφερειακή, προκειμένου να είναι κανείς συγγραφέας — τούτο πρέπει να το αποκρούσουμε. Ο Amiri Baraka, το 2004, σε μια διάλεξη για την τέχνη και την πολιτική, υποστήριξε:

Πρέπει να αυξήσετε το επίπεδό μας κατανόησης του κόσμου […], ώστε να κατανοήσουμε τις αιτιώδεις συνδέσεις στον κόσμο: γιατί ενεργεί με τον τρόπο που ενεργεί. Προκειμένου να μην πιστεύουμε ότι όλοι, όσοι μας χαμογελούν, είναι φίλοι μας. Προκειμένου να ξέρουμε ποιοι είναι οι φίλοι μας και ποιοι οι εχθροί μας και αμέσως τώρα να μπορέσουμε να οικοδομήσουμε αυτό το ενιαίο μέτωπο. Ποια είναι η δουλειά του καλλιτέχνη; Να κάνει πόλεμο. Η δουλειά του καλλιτέχνη είναι ο αδυσώπητος πόλεμος κατά του κακού.

Ο Baraka μας λέει ότι διεξάγουμε πόλεμο και ο πόλεμος απαιτεί στρατηγική. Η πολιτική σκέψη είναι αυτή που παρέχει τη στρατηγική για έναν καλλιτεχνικό πόλεμο. Η πολιτική σκέψη είναι ο εχθρός της δεξιοτεχνίας· η δεξιοτεχνία είναι μια μηχανή που παρακάμπτει και αποκλείει την πολιτική σκέψη. Αυτή πρέπει να είναι η διαρκής προδοσία μας: να ξέρουμε ότι ο στίχος δεν είναι τόσο πολύτιμος όσο η πολεμική· ότι το σονέτο πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στη λίστα εταιρειών και προσώπων που έχουν οικονομικούς δεσμούς με τη γενοκτονία· ότι η πολιτική σκέψη δεν είναι μόνο μια επιλογή για τους καλλιτέχνες, αλλά καθήκον, υποχρέωση και θεμελιώδης ανάγκη· ότι υπερισχύει της αράδας, του περιθωρίου της σελίδας, της επίκλησης της μούσας. Καλύτερα να ξέρουμε τι λέμε και γιατί — και να το λέμε με ορμή, σαν πέτρα που εκσφενδονίζεται από το ποτάμι και φτάνει στη θάλασσα.

VII. Η δεξιοτεχνία της μακράς Ιντιφάντα διαμορφώνεται και αναδιαμορφώνεται κάθε μέρα μέσω της αντίστασης.

Τα έγραψα όλα αυτά επειδή τα είχα ανάγκη, ή κάτι τέτοιο. Ένιωθα ανίκανος να γράψω και χρειαζόμουν έναν τρόπο να επανέλθω στο γράψιμο. Ήμουν καχύποπτος απέναντι στη γραφή, απέναντι στο ποιες είναι πραγματικά οι δυνάμεις της σε μια στιγμή κρίσης και ήμουν εξίσου καχύποπτος απέναντι στους συνηθέστερους τρόπους που έχουμε για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα. Χρειαζόμουν κάτι περισσότερο από τη θεραπευτική επίδραση, τη μαρτυρία, την κάθαρση, την κοινότητα, τη φαντασίωση. Χρειαζόμουν κάτι που η δεξιοτεχνία δεν περιέχει, εφ’ όσον αυτή, στην πραγματικότητα, είναι αφιερωμένη στην εκκαθάριση της «γραφής» μέσω της επαγγελματοποίησής της και του επιβεβλημένου καθωσπρεπισμού της.

Τον Σεπτέμβριο του 2021, έξι παλαιστίνιοι κρατούμενοι δραπέτευσαν από τη φυλακή Gilboa, ανοίγοντας τούνελ με ένα κουτάλι. Ανάμεσά τους ήταν και ο Zakaria Zubeidi του Ελεύθερου Θεάτρου, υπενθυμίζοντάς μας ακόμη περισσότερο ότι η πολιτιστική εξέγερση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υλική. Ένας από τους άλλους δραπέτες, ο Mohammed Αl-Ardah, είπε ότι το έκαναν για να δείξουν πως «η κατοχή είναι μια απλή ψευδαίσθηση φτιαγμένη από σκόνη». Αυτή η ψευδαίσθηση της σκόνης επικαλύπτει τα σώματά μας, πνίγοντάς μας στη σκληρότητα. Προχωράμε με την Ιντιφάντα για να συντρίψουμε την ψευδαίσθηση.

Αυτό χρειάζομαι: όχι τη δεξιοτεχνία, αλλά την ανεξάντλητη δημιουργική δύναμη που σπάει μια φυλακή, χρησιμοποιώντας μόνο τα τέχνεργα της ωμής επιβίωσης που μας αναλογούν, και τη διαύγεια της γνώσης τού γιατί το κάναμε. Κάπως έτσι μοιάζει η ζωή· είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε με κουτάλια.

Πάνω απ’ όλα, η δεξιοτεχνία είναι αυτό που μας κρατάει ευγενικούς, όταν η μπότα βρίσκεται στον σβέρκο μας ή στον σβέρκο κάποιου άλλου. Και δεν μπορούμε να το ανεχτούμε αυτό, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον. Όπως έγραψε η June Jordan στο Εμφύλιοι πόλεμοι [Civil Wars]:

Αν κάνετε και συνεχίσετε να κάνετε τη ζωή μου φρικτή, τότε, όταν μπορέσω να πω την αλήθεια, θα είναι μια φρικτή αλήθεια· δεν θα ακούγεται ωραία, δεν θα φαίνεται ωραία και, αν είναι θέλημα Θεού, δεν θα αισθάνεστε ωραία ούτε εσείς. Δεν υπάρχει τίποτα όμορφο στα δεινά μιας ζωής που εξαναγκάζεται σε ανώφελη και ανήμπορη περιπλάνηση και στέρηση. Υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα που είναι ελκυστικά ή καθησυχαστικά στο να στραγγαλίζεσαι μέχρι θανάτου, είτε πρόκειται για τον κυριολεκτικό θάνατο του σώματος είτε για τον πραγματικό θάνατο της ψυχής που εξασφαλίζει το ψέμα, που εγγυάται η ταπείνωση και το κακό της αυταπάρνησης. Η ακρότητα απαιτεί και δικαιολογεί την ακραία αντίδραση. Η βιαιότητα προκαλεί και διδάσκει τη βία. Λιγότερα από αυτό, λιγότερα από μια κραυγή ή μια γροθιά, λιγότερα από την απόλυτη παύση των κανονικών γεγονότων μπροστά στην αφύσικη βία είναι ψέμα και, χειρότερα από αυτό, είναι βλάσφημη γελοιοποίηση του εαυτού.

Η δεξιοτεχνία είναι αυτό το ψέμα· αυτή η δεξιοτεχνία του κράτους, η δεξιοτεχνία των μελών των διοικητικών συμβουλίων των οπλοβιομηχανιών, των σιωπηλών, των σιωπώντων πανεπιστημίων, των οικονομικά διαπλεκόμενων εκδοτών και των εμπλεκόμενων φορέων απονομής βραβείων. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τη δεξιοτεχνία και να γράψουμε αιχμηρότερα, χωρίς ευγένεια, χωρίς συμβιβασμούς. Πρέπει να μάθουμε ή να δημιουργήσουμε ή να κλέψουμε ή να ξανακλέψουμε τη δεξιοτεχνία που χρειαζόμαστε για τη μακρά Ιντιφάντα· αυτή τη δεξιοτεχνία θα κουβαλάμε μαζί μας μέχρι την απελευθέρωση και πέρα από αυτήν.

*

Ο Fargo Nissim Tbakhi σας καλεί να ενωθείτε με τις επαναστατικές μάζες σε όλο τον κόσμο και να αγωνιστείτε για την επιβίωση και την απελευθέρωση των Παλαιστινίων και όλων των καταπιεσμένων λαών. Είμαστε ενωμένοι ο ένας με την άλλη. Οπουδήποτε κι αν βρίσκεστε, μπορείτε να σταθείτε εμπόδιο στη μηχανή του θανάτου· κρατήστε σφιχτά το χέρι κάποιου και σταθείτε μαζί. Επανάσταση μέχρι τη νίκη για όλους μας.

***

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Συνομιλία δύο παλαιστίνιων ποιητ(ρι)ών γύρω από τη δεξιοτεχνία

 

Fargo Nissim Tbakhi

ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ

Η πρώτη εικόνα, το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού που ανασύρθηκε από τα ερείπια,
Το σβήνω το κορίτσι από το ποίημα. Αφήστε το να ξεκουραστεί. Η γλώσσα είναι μια
χαμένη υπόθεση.

Η δεύτερη εικόνα, το ίδιο μου το σώμα ξεγυμνωμένο και κρεμασμένο από τα δάχτυλά
μου,
στερημένα από τα νύχια τους, σωριασμένα με τάξη σε ένα κοντινό τραπέζι. Αυτή την
εικόνα κρατάω,
το ποίημα είναι ένας χώρος για να κάνω πρόβες για το μέλλον.

Η τρίτη εικόνα, ένα απόφθεγμα για την εξουσία. Κάτι σαν «το κράτος είναι» ή
«ο βραβευμένος με Guggenheim ποιητής είναι». Αυτή την εικόνα απαλύνω και
θολώνω.
Στις πιο αδύναμες στιγμές μου υποκύπτω ακόμα στην επιθυμία για βραβεία
και αποφεύγω να απειλήσω τους κατόχους τους.

Η τέταρτη εικόνα, ερείπια μόνο, βγαλμένα από το στόμα του σώματός μου
που κρέμεται από έναν γάντζο σε τοποθεσία σκοτεινή. Αυτή την εικόνα τη διευρύνω
έτσι, ώστε να περικλείει
ολόκληρη τη σελίδα. Κίτρινη χολή καλύπτει τα περιθώρια.
Με ενδιαφέρει να σας τρομάξω. Αυτό συμβαίνει επειδή φοβάμαι.
Δεν θέλω να είμαι μόνος.

Η πέμπτη εικόνα, ένα drone που γεννάει ένα παιδί με φύλλα χρυσού
στα νύχια του. Σκουπίζω τη βλέννα. Του δίνω ένα όνομα. Στην άκρη
του ποιήματος το μωρό σέρνεται προς την Ιερουσαλήμ. Όταν διασχίζει
τα σύνορα, το ποίημα δεν μπορεί πλέον να το δει. Αυτό το drone – μωρό γίνεται
μια φαντασιακή κατάσταση που το ποίημα έχει απελευθερώσει στον κόσμο.
Δεν ξέρω τι επιδιώκει. Δεν ξέρω τι θα φάει.

Η έκτη εικόνα, ο πατέρας μου, που σύρθηκε στο ποίημα παρά τη θέλησή του
και πάλι. Τον κρεμάω εδώ μαζί μου. Απολαμβάνω τη συντροφικότητα μας. Τα νύχια
του ενώνονται με τα δικά μου, οι πλάτες μας είναι πετσοκομμένες, τα μάτια μας
βγαλμένα.
Η σκληρότητα των δεσμοφυλάκων μπόλιασε τη γλώσσα μου.
Ό,τι αγαπώ το μετατρέπω σε σκληρότητα. Το ποίημα τώρα είναι απλώς
άλλο ένα κελί. Το μόνο που ξέρω είναι πώς να γράψω ότι πονάμε.
Μέσα σε αυτή την εικόνα απλώνω το μικρό μου δάχτυλο
και αγγίζω την εικόνα
του μικρού δαχτύλου του πατέρα μου.
Η κατάσταση είναι
σκληρότερη
απ’ ό,τι το ποίημά σου
θα μπορούσε ποτέ να είναι,
Εγώ φτιάχνω το ποίημα,
κάνω τον πατέρα μου να λέει.

*

Noor Hindi

ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ – Ο ΛΑΟΣ ΜΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Οι αποικιοκράτες γράφουν για λουλούδια.
Εγώ σου λέω για παιδιά που πετούν πέτρες στα ισραηλινά τανκς
δευτερόλεπτα πριν γίνουν μαργαρίτες.
Θέλω να γίνω σαν αυτούς τους ποιητές που νοιάζονται για το φεγγάρι.
Οι Παλαιστίνιοι δεν βλέπουν το φεγγάρι από τα κελιά και τις φυλακές.
Είναι τόσο όμορφο το φεγγάρι.
Είναι τόσο όμορφα τα λουλούδια.
Μαζεύω λουλούδια για τον νεκρό πατέρα μου, όταν είμαι λυπημένη.
Βλέπει Al Jazeera όλη μέρα.
Μακάρι η Τζέσικα να σταματούσε να μου στέλνει μηνύματα για Καλό Ραμαζάνι.
Ξέρω ότι είμαι Αμερικανίδα, διότι, όταν μπαίνω σε ένα δωμάτιο, κάτι πεθαίνει.
Οι μεταφορές για τον θάνατο είναι για τους ποιητές που νομίζουν ότι τα φαντάσματα
νοιάζονται για τον ήχο.
Όταν πεθάνω, υπόσχομαι να σε στοιχειώνω για πάντα.
Μια μέρα θα γράψω για τα λουλούδια σα να μας ανήκουν.

***

Εκδοτική σημείωση: Το δοκίμιο του Fargo Nissim Tbakhi «Notes on Craft: Writing in the Hour of Genocide» δημοσιεύθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2023 στο ηλ. περ. Protean και αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας του που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο του πάνελ «Η Παλαιστίνη ως ζήτημα δεξιοτεχνίας» στο Φεστιβάλ Radius of Arab American Writers (RAWI), στη Μινεάπολη, στις 27 Οκτωβρίου, μαζί με τους George Abraham, Lena Khalaf Tuffaha, Deema K. Shehabi, Noor Hindi, με συντονίστρια την Priscilla Washington. Το επίμετρο περιλαμβάνει τις μεταφράσεις από τα εξής: α΄. Fargo Nissim Tbakhi, «Craft Talk», ηλ. περ. Jewish Currents, 8 Ιουλίου 2022· β΄. Noor Hindi, «Fuck Your Lecture on Craft, My People Are Dying», Dear God. Dear Bones. Dear Yellow, Σικάγο, Haymarket Books, 2022, σσ. 24-25 [α΄ δημοσίευση: περ. Poetry, Δεκέμβριος 2020· αναρτημένο στον ιστότοπο «Poetry Foundation»]. Όλα τα παραπάνω μεταφράζονται από το αγγλικό πρωτότυπο.

Μετάφραση: Παναγιώτης Ελ Γκεντί