Για περισσότερο από ενάμιση χρόνο, ο αποικιακός πόλεμος που διεξάγει το Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, των Λιβανέζων και άλλων λαών της περιοχής έχει επαναφέρει το ζήτημα του δυτικού ιμπεριαλισμού, και ειδικότερα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στο επίκεντρο των συζητήσεων στον αραβικό κόσμο.
Σε αυτό το άρθρο, η κοινωνιολόγος Hèla Yousfi διερευνά την αλληλεπίδραση μεταξύ του αγώνα για εθνική απελευθέρωση και της κοινωνικής και δημοκρατικής επανάστασης. Αντλώντας από την εμπειρία της παλαιστινιακής αντίστασης στην ισραηλινή αποικιοκρατία, προτείνει τρόπους σκέψης σχετικά με τα μέσα αντίστασης στην ιμπεριαλιστική προσπάθεια υποδούλωσης των λαών της περιοχής.
Η Hèla Yousfi είναι λέκτορας στο Πανεπιστήμιο PSL-Paris-Dauphine.
Μετάφραση – επιμέλεια Νικόλας Κοσματόπουλος
Πρώτη δημοσίευση https://www.contretemps.eu/israel-arabes-genocide-normalisation/
***
Ο όρος «μηδενική απόσταση» έγινε διάσημος αφότου χρησιμοποιήθηκε από την παλαιστινιακή αντίσταση στη Γάζα για να απεικονίσει τη δύναμη και το θάρρος των παλαιστίνιων μαχητών της απέναντι στα ισραηλινά τανκς. Η στρατηγική της «μηδενικής απόστασης» βασίζεται στην προσέγγιση των δυνάμεων κατοχής σε απόσταση 50 μέτρων, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη χρήση βαρέων όπλων εναντίον των μαχητών της αντίστασης. Η μηδενική απόσταση, το σύμβολο της παλαιστινιακής αντίστασης, είναι μια μεταφορά που καλύπτει δύο πτυχές.
Η πρώτη αφορά την πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση μεταξύ των σωμάτων των Παλαιστινίων και της ισραηλινής μηχανής καταστροφής που υποστηρίζεται και χρηματοδοτείται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, τα αραβικά καθεστώτα που συμπράττουν με το Ισραήλ και την Παλαιστινιακή Αρχή στον πόλεμο που κατατρώει τη Γάζα και, ευρύτερα, ένα μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής (Δυτική Όχθη, νότιο Λίβανο, συριακά υψίπεδα του Γκολάν).
Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με το θρυλικό θάρρος των αγωνιστών της αντίστασης στη «μηδενική απόσταση», οι οποίοι αψήφησαν τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου και από τη μηδενική απόσταση γέννησαν έναν θρύλο ικανό να μας υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση είναι αναφαίρετο.
Θα ξεκινήσω περιγράφοντας το στρατηγικό διακύβευμα αυτού του δυτικο-ισραηλινού πολέμου στον αραβικό κόσμο και τους διάφορους μοχλούς του και θα προσπαθήσω να τοποθετήσω τον πόλεμο αυτό στη μακρά ιστορία που ταράζει την περιοχή από τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Ειδικότερα, θα ανατρέξω στα διδάγματα δύο πολιτικών στιγμών που προκάλεσαν μια ριζική ρήξη στο συλλογικό πολιτικό φαντασιακό: τη στιγμή των αραβικών επαναστάσεων και τη στιγμή της 7ης Οκτωβρίου 2023, και τι μας λένε για τις προκλήσεις της αντίστασης απέναντι σε αυτό το νέο σχέδιο του Μεγάλου Ισραήλ ή της «Νέας Μέσης Ανατολής».
Σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι κυνηγούν, δεν μπορείς να κυνηγήσεις μόνο μια φορά
Στην εναρκτήρια ομιλία του στις 20 Ιανουαρίου 2025, ο Τραμπ, ο αυτοαποκαλούμενος φορέας της πολιτισμικής ανανέωσης, κάλεσε τους Αμερικανούς να δράσουν «με το θάρρος, το σθένος και τη ζωτικότητα του μεγαλύτερου πολιτισμού στην ιστορία». Σε ένα ιδιαίτερα εύγλωττο απόσπασμα, ο Τραμπ δεν αυτοσχεδιάζει, αλλά μας υπενθυμίζει ρητά το αρχικό πολιτικό μοντέλο των ΗΠΑ, που βασιζόταν στην κατάκτηση και τη ληστεία: «Το πνεύμα των συνόρων είναι χαραγμένο στις καρδιές μας. Το κάλεσμα της επόμενης μεγάλης περιπέτειας αντηχεί βαθιά στις ψυχές μας. Οι Αμερικανοί πρόγονοί μας μετέτρεψαν μια μικρή ομάδα αποικιών στην άκρη μιας τεράστιας ηπείρου σε μια πανίσχυρη Δημοκρατία που αποτελείται από τους πιο εξαιρετικούς πολίτες της Γης».
Από την πλευρά του, ο Bezalel Smotrich, ο Ισραηλινός υπουργός Οικονομικών, δήλωσε στο Παρίσι: «Ο παλαιστινιακός λαός είναι μια εφεύρεση λιγότερων από εκατό ετών. Έχουν ιστορία, έχουν πολιτισμό; Όχι, δεν έχουν», και στο γραφείο του δείχνει έναν χάρτη που περιλαμβάνει όχι μόνο την κατεχόμενη Παλαιστίνη, όπως αυτός που παρουσίασε στον ΟΗΕ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και το έδαφος της σημερινής Ιορδανίας και μέρος της Συρίας.
Στη δίκη του για διαφθορά, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υπενθύμισε την ιστορική καμπή που αντιπροσωπεύει η κατάληψη του όρους Ερμών, λέγοντας: «Κάτι τεκτονικό συνέβη εδώ, ένας σεισμός που δεν έχει συμβεί στα εκατό χρόνια που ακολούθησαν». Το 2014, ο Αμπού Μπακρ Αλ Μπαγκντάντι, ο ηγέτης του «Ισλαμικού Κράτους»[1], υποστήριξε την ίδια επιθυμία «να διαγράψει τα αποικιοκρατικά σύνορα των συμφωνιών Sykes-Picot» και να ενοποιήσει την περιοχή.
Το όρος Ερμών είναι ένα στρατηγικό βουνό που δεσπόζει στη συριακή πεδιάδα Χαουράν, σε απόσταση μικρότερη των 50 χιλιομέτρων από τη συριακή πρωτεύουσα. Παρέχει επίσης στο Ισραήλ υδάτινους πόρους, επιτρέποντάς του να εξασφαλίσει τον Ιορδάνη ποταμό και τη λίμνη Τιβεριάδα. Ακόμη και η Σαουδική Αραβία, ένας από τους κύριους συμμάχους του Ισραήλ, καταδίκασε μια επιχείρηση που «σαμποτάρει» τις πιθανότητες της Συρίας να ανακτήσει την «εδαφική της ακεραιότητα». Μια προσάρτηση που «επιβεβαιώνει τη συνεχή παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου από το Ισραήλ», παρατήρησε το υπουργείο Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας.
Παράλληλα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος δεν δίστασε να πάρει τα εύσημα για την πτώση του Μπασάρ Αλ Άσαντ, πραγματοποίησε περισσότερα από 500 πλήγματα και κατέστρεψε το 80% του συριακού οπλοστασίου, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η νέα κυβέρνηση θα παραμείνει σε αδύναμη θέση στο πλαίσιο της στρατηγικής αναδιαμόρφωσης της περιοχής. Το Ισραήλ θα αγωνιστεί τώρα για να διασφαλίσει ότι η Συρία θα παραμείνει κατακερματισμένη και ανίσχυρη, ανίκανη να αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ισραήλ.
Οι τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή, ο γενοκτονικός πόλεμος στην Παλαιστίνη και τον Λίβανο και η κατάρρευση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ είναι παράγοντες που συνέβαλαν στο να ανοίξει η αρπακτική και επεκτατική όρεξη της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ισραήλ και να αναβιώσει το όνειρο του Τζαμποτίνσκι, του στοχαστή του Μεγάλου Ισραήλ, να δει το σιωνιστικό σχέδιο να γίνεται μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, να εκφοβίζει τους γείτονές του και να μονοπωλεί τους πόρους τους. Όλα αυτά τα αποσπάσματα και πολλά άλλα μας υπενθυμίζουν ότι σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι κυνηγούν, δεν μπορείς να κυνηγήσεις μόνο μια φορά, πρέπει να κυνηγάς συνεχώς. Από αυτή την άποψη, ο καπιταλισμός δεν διαφέρει πολύ από το κυνήγι.
Όπως μας υπενθύμισαν ο Samir Amin, ο Ghassan Hage και άλλοι μαρξιστές στοχαστές: «Η αποικιοκρατία δεν είναι ένα γεγονός, είναι μια δομή». Τα καπιταλιστικά έθνη πρέπει πάντα να ταλαντεύονται μεταξύ, αφενός, του να εκπολιτίζονται και να επιτρέπουν τη διατήρηση μιας «νόμιμης συσσώρευσης» που τους επιτρέπει να αποφεύγουν τη λεηλασία, την αρπαγή, την δουλεία και τη γενοκτονία που παρήγαγαν τον συσσωρευμένο πλούτο τους και, αφετέρου, να βρίσκουν συνεχώς χώρους εντός ή εκτός των συνόρων τους όπου το δίκαιο του ισχυρότερου υπερισχύει του κράτους δικαίου, ώστε να μπορούν να λεηλατούν, να σκλαβώνουν και να κλέβουν ξανά [2].
Πρέπει να πούμε ότι ο άγριος ιμπεριαλισμός του Τραμπ και του Νετανιάχου, ντυμένος με μεσσιανική ρητορική που χωρίζει την ανθρωπότητα σε δύο κατηγορίες (ανθρώπους και ανθρωπόμορφα ζώα), φαίνεται να αρκείται σε μια και μόνη στρατηγική, αυτή της αρπαγής και της λεηλασίας όχι μόνο εκτός συνόρων αλλά και εντός του εθνικού πλαισίου, με μια άνευ προηγουμένου άνοδο του φασισμού σε όλες τις δυτικές χώρες.
Αυτός ο ιμπεριαλισμός εκδηλωνόταν πάντα στον παγκόσμιο Νότο, και ιδιαίτερα στην αραβική περιοχή, με την θανατοπολιτική. Υπάρχουν ζωές που αξίζει να ζει κανείς και άλλες που μπορούν να εκμηδενιστούν ανά πάσα στιγμή. Η περίφημη φράση της Χίλαρι Κλίντον που σχολίασε τη δολοφονία του Καντάφι «Ήρθαμε, είδαμε, πέθανε» συνοψίζει τη λογική του ιμπεριαλισμού και του συνυφασμένου με αυτόν θανάτου που επιβάλλεται στις αραβικές χώρες.
Ο αέναος πόλεμος στην Παλαιστίνη, το Ιράκ, τη Λιβύη και αλλού δεν είναι απλώς ένα μέσο διατήρησης της καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης, αλλά αποδεικνύεται ότι αποτελεί τη ζωτική προϋπόθεση για τη διατήρηση της δυτικής ηγεμονίας στην περιοχή. Οι Λίβυοι και οι αραβικοί λαοί άκουσαν τα λόγια του Κλίντον: «Οι Αμερικανοί ήρθαν, μας είδαν και μας σκότωσαν για να κρατηθούν ζωντανοί».
Ας θυμηθούμε επίσης τα λόγια της Μαντλίν Ολμπράιτ, υπουργού Εξωτερικών επί Κλίντον, η οποία είπε για τους εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους Ιρακινών (κυρίως παιδιών και ασθενών ή αδύνατων)ως αποτέλεσμα του εμπάργκο: «Πιστεύουμε ότι το τίμημα άξιζε τον κόπο». Ένα «οιονεί γενοκτονικό κόστος για τον πληθυσμό», διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με την αποανθρωποποίηση ολόκληρων πληθυσμών, οι οποίοι μπορούν επομένως να καταδικαστούν σε μαζικό θάνατο.
Σήμερα, η κούρσα για το μοίρασμα του περιορισμένου πλούτου του πλανήτη και η γενοκτονία στην Παλαιστίνη και το Κονγκό δείχνουν ότι διανύουμε εποχές αχαλίνωτης λεηλασίας και γενοκτονίας. Μια διαμόρφωση στην οποία το Ισραήλ έπαιξε και συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση των δυτικών αυτοκρατορικών συμφερόντων -ιδιαίτερα εκείνων των Ηνωμένων Πολιτειών- στη Μέση Ανατολή. Έχει παίξει αυτόν τον ρόλο μαζί με τις πλούσιες σε πετρέλαιο αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, κυρίως τη Σαουδική Αραβία.
Από το Sykes-Picot στις αραβικές επαναστάσεις: μια ιστορία των αντεπαναστάσεων
Η νέα παγκόσμια διαμόρφωση που ανακοίνωσε ο Τραμπ, του οποίου το σύνθημα είναι η αρπαγή και η γενοκτονία, διαμορφώνεται από την αμερικανική υπεροχή και την κεντρική θέση του ΝΑΤΟ. Φυσικά, και άλλοι παίκτες, κυρίως δευτερεύοντες ιμπεριαλισμοί, όπως η μετασοβιετική Ρωσία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, παίζουν επίσης τον ρόλο τους, αλλά δεν είναι αυτοί που καθόρισαν τη βάση της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που επικρατεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί η αμερικανική ηγεμονία είναι ο κατακερματισμός ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ευρώπης (Γιουγκοσλαβία) και του αραβικού κόσμου. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους όχι μόνο διχοτόμησαν τις τρεις χώρες (Ιράκ, Αίγυπτος και Συρία) που διέθεταν ισχυρούς στρατούς που απειλούσαν το Ισραήλ και την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή, αλλά συνεχίζουν να πολεμούν ενάντια στην παραμικρή επιδίωξη εθνικής κυριαρχίας.
Στον αραβικό κόσμο, για να κατανοήσουμε τη συνεχιζόμενη διαδικασία κατακερματισμού, πρέπει να ανατρέξουμε στις συμφωνίες Sykes-Picot του 1916 που υπογράφηκαν μεταξύ των Βρετανών και των Γάλλων και στη Διακήρυξη Balfourτου 1917, σε πείσμα των λαών. Η συμφωνία οδήγησε στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη διαίρεση των αραβικών επαρχιών. Ως αποτέλεσμα, τα εθνικά σύνορα στις αραβικές χώρες αντιστοιχούν λιγότερο στις φιλοδοξίες χειραφέτησης των λαών της περιοχής παρά στην κατανομή της επιρροής και των ενεργειακών πόρων μεταξύ των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων στην περιοχή[3].
Αυτή η ιστορία έχει δημιουργήσει «άγρια» κράτη -για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του πολιτικού επιστήμονα Nazih Ayubi[4] – που χαρακτηρίζονται από τη σημασία των ρυθμίσεων ασφαλείας, από τη διατήρηση ισχυρών δεσμών μεταξύ του στρατού, των οικονομικών φατριών και της πολιτικής εξουσίας και από μια σχετική αποσύνδεση από τις τοπικές κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις. Παρ’ όλα αυτά, τα κράτη αυτά υποφέρουν από τη στρέβλωση που είναι εγγενής στο σχηματισμό τους, δηλαδή την έλλειψη μιας ιδρυτικής αφήγησης ικανής να τους παράσχει την ιστορική νομιμοποίηση που χρειάζονται για να διεισδύσουν στην κοινωνία. Η τακτική και εργαλειακή προσφυγή σε ιδεολογίες όπως ο αραβικός εθνικισμός και το πολιτικό Ισλαμ μαρτυρούν αυτές τις δυσκολίες.
Για να παραμείνουν στην εξουσία, οι τοπικές ελίτ ακολούθησαν οικονομικές πολιτικές βασισμένες στη λογική της προσόδου (rent taking). Οι πολιτικές αυτές δεν περιορίζονται στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Τα περισσότερα κράτη έχουν δώσει προτεραιότητα στην αύξηση της κατανάλωσης εις βάρος των αναπτυξιακών πολιτικών που απαιτούνται για τη διαφοροποίηση της οικονομίας, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να δημιουργήσουν παίκτες που ανταγωνίζονται την άρχουσα ελίτ. Αυτά τα δομικά εύθραυστα καθεστώτα και οι ελίτ του «κομπραδόρικου κράτους» χρειάζονται φυσικά έναν εξωτερικό προστάτη, αλλά δεν διστάζουν να τον χειραγωγήσουν σε αντάλλαγμα.
Ζητώντας την «πτώση του καθεστώτος», οι αραβικές επαναστάσεις όχι μόνο προκάλεσαν την κατάρρευση του εσωτερικού κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των ελίτ και των τοπικών πληθυσμών, αλλά και κατέρριψαν το νεοαποικιακό σύμφωνο μεταξύ των αραβικών κρατών και των δυτικών συμμάχων τους. Η κοινή επιδίωξη είναι λίγο-πολύ η ίδια παντού: η ανασυγκρότηση ενός κράτους απαλλαγμένου από τις αρχικές στρεβλώσεις του, το οποίο, σπάζοντας την αυταρχική και πελατειακή κληρονομιά του, πρέπει να αποδειχθεί ικανό να αναδιανείμει τον πλούτο και να εγγυηθεί την πολιτική και οικονομική χειραφέτηση των λαών της περιοχής.
Ωστόσο, ο μόνος δρόμος που προτείνουν οι διεθνείς θεσμοί είναι να συνδυάσουν την «προώθηση της δημοκρατίας» με νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές. Ωστόσο, η συνταγή αυτή δεν είναι καινούργια, θυμίζει τη ρητορική που υιοθέτησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ George W. Bush στην ομιλία του στις 11 Σεπτεμβρίου 2002 (σε ανάμνηση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και νομιμοποίηση του πολέμου στο Ιράκ):
«Επιδιώκουμε μια δίκαιη ειρήνη όπου η καταπίεση, η δυσαρέσκεια, η φτώχεια θα αντικατασταθούν από την ελπίδα της δημοκρατίας, των ελεύθερων αγορών και του ελεύθερου εμπορίου».
Μια τέτοια ρητορική αποσκοπεί ουσιαστικά στην εκμετάλλευση της πρόσοψης της υποστήριξης της «δημοκρατίας» για την εμβάθυνση της οικονομικής φιλελευθεροποίησης σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, τη συνεχιζόμενη δυτική υποστήριξη των αυταρχικών καθεστώτων, ιδίως στην Αίγυπτο.
Κατά την τελευταία δεκαετία, έχουμε δει δύο μορφές αντεπανάστασης στις αραβικές χώρες: μία που βασίζεται στην άμεση στρατιωτική επέμβαση, όπως στη Λιβύη, την Υεμένη, τη Συρία και την Παλαιστίνη, και μία που βασίζεται στο χρέος και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που πωλούνται υπό τη σημαία της «δημοκρατικής μετάβασης». Η ατζέντα αυτής της φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν να παραμερίσει στο παρασκήνιο το αίτημα για οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία και εθνική κυριαρχία που βρίσκεται στην καρδιά των αραβικών επαναστάσεων.
Έτσι, ενώ η πτώση του καθεστώτος του Ασαντ αποδίδεται κυρίως στο συριακό επαναστατικό κίνημα, η άφιξη στην εξουσία του Τζουλάνι – πρώην μέλους της Αλ Κάιντα και του ΙΣΙΣ – ο οποίος μετατράπηκε σε μεγάλο δημοκράτη από ένα βρετανικό πρακτορείο επικοινωνιών, αποκρυσταλλώνει κατά κάποιον τρόπο τη συνάντηση δύο αντεπαναστατικών δυναμικών που έχουν τις ρίζες τους στην ιστορία της δυτικής ανάμειξης στην περιοχή.
Η πρώτη δυναμική είναι αυτή της εξωτερικής παρέμβασης μέσω του καθεστώτος των οικονομικών κυρώσεων , το οποίο έχει αποδυναμώσει σε μεγάλο βαθμό το συριακό καθεστώς από τη μια πλευρά, και από την άλλη, αυτή της άμεσης δυτικής στρατιωτικής παρέμβασης μέσω του Ισραήλ (σημαντικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ) και της Τουρκίας (μέλος του ΝΑΤΟ) για την αντιμετώπιση της ρωσο-ιρανικής παρουσίας.
Αν η εθνική κυριαρχία που διεκδικούν οι αραβικές επαναστάσεις αποτελεί επιστροφή στα κινήματα αυτοδιάθεσης και εθνικής απελευθέρωσης που κυριαρχούσαν στους αριστερούς κύκλους στις αρχές του εικοστού αιώνα, η τελευταία δεκαετία μας έδειξε ότι η υλοποίηση των προσδοκιών των λαών για κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό του εθνικού κράτους και την απαλλαγή από το νεοαποικιακό σύμφωνο μεταξύ των τοπικών ελίτ και των δυτικών μιμητών τους. Μας δείχνει επίσης ότι κανένα πολιτικό καθεστώς, είτε δημοκρατικό είτε αυταρχικό, δεν μπορεί να επιβιώσει όσο οι ελίτ είναι αποσυνδεδεμένες από τις προσδοκίες του λαού.
Απαιτεί επίσης ότι το εθνικό πλαίσιο, αν και εξακολουθεί να είναι κεντρικό για να σκεφτόμαστε τα ζητήματα της κυριαρχίας και της δημοκρατίας, δεν αρκεί, διότι η τελευταία δεκαετία και ο διαρκής πόλεμος που διεξάγεται από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τους δυτικούς συμμάχους τους στην περιοχή μάς ανάγκασαν να σκεφτούμε τα έθνη-κράτη στην αραβική περιοχή ως αλληλοεξαρτώμενες πολιτικές και οικονομικές οντότητες που μοιράζονται -πέραν της γλώσσας, του πολιτισμού και της συλλογικής ιστορίας- όχι μόνο μια συγκεκριμένη διαμόρφωση οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, αλλά, ακόμη πιο σημαντικό, μια κοινότητα πεπρωμένου.
Εξομάλυνση ή γενοκτονία, δύο δρόμοι προς τον αφανισμό;
Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε η επιχείρηση Τουφάν Αλ Άκσα υπενθυμίζει ότι στην καρδιά αυτής της αναζήτησης για εθνική απελευθέρωση εξακολουθεί να βρίσκεται ο πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και των λαών της περιοχής. Το Ισραήλ, το οποίο απειλήθηκε από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, αποφάσισε, με την ενεργό υποστήριξη της Δύσης και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, να μετατρέψει αυτή την απειλή σε ευκαιρία και να περάσει στην επίθεση για να επιδιώξει το σχέδιο αναδιαμόρφωσης της Μέσης Ανατολής ή το σχέδιο του Μεγάλου Ισραήλ. Η ισραηλινή κυβέρνηση και ο Τραμπ ετοιμάζονται να ξεκινήσουν μια επιταχυνόμενη διαδικασία εθνοκάθαρσης στη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ.
Το ισραηλινό καθεστώς μόλις ανακοίνωσε μια νέα στρατιωτική επιχείρηση, το «Σιδερένιο Τείχος», στην Τζενίν, στο βόρειο τμήμα της Δυτικής Όχθης. Το όνομα της επιχείρησης δεν είναι τυχαίο. Το Σιδερένιο Τείχος είναι το ιδρυτικό έργο του Βλαντιμίρ Τζαμποτίνσκι, ενός από τους ιδρυτές του Σιωνισμού. Το έργο αυτό αποτελεί την ιδεολογική κινητήρια δύναμη πίσω από το όραμα του Νετανιάχου. Ο Τζαμποτίνσκι έγραψε: «Δεν μπορεί να υπάρξει καμία εθελοντική συμφωνία μεταξύ ημών και των Αράβων της Παλαιστίνης… Οι αυτόχθονες πληθυσμοί, πολιτισμένοι ή μη, πάντα αντιστέκονταν πεισματικά στους εποίκους…». Ο εποικισμός είναι το όνομα του παιχνιδιού και η εξάλειψη του παλαιστινιακού λαού είναι ο στόχος του.
Το Ισραήλ δεν πρόκειται να αποσυρθεί ούτε από τον νότιο Λίβανο. Το ίδιο ισχύει και για τη Συρία, όπου ο σιωνιστικός στρατός πήρε την πρωτοβουλία να καταστρέψει τις στρατιωτικές δυνατότητες του κράτους μετά την κατάρρευση του προηγούμενου καθεστώτος, καταλαμβάνοντας νέες περιοχές της επικράτειάς της και ενθαρρύνοντας επίσημα αποσχιστικές τάσεις που θα διαλύσουν τη χώρα και θα οδηγήσουν το λαό της σε συγκρούσεις και διαιρέσεις.
Το Ιράν, το οποίο βρίσκεται στη ζώνη στόχου του Ισραήλ, έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας και οι ηγέτες του τονίζουν ότι η χώρα τους είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η Τουρκία αποτελεί επίσης στόχο του επεκτατικού σχεδίου του Ισραήλ, παίζοντας το χαρτί του κουρδικού αυτονομισμού, που αναφέρθηκε από περισσότερους από έναν Ισραηλινούς αξιωματούχους, και ο χρόνος θα δείξει πώς θα αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό. Η Υεμένη, από την πλευρά της, βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τη σιωνιστική οντότητα και είναι αναπόφευκτο ότι η σύγκρουση αυτή θα κλιμακωθεί.
Το ερώτημα είναι πώς θα αντιμετωπίσουν τα άλλα κράτη της περιοχής το ισραηλινό επεκτατικό σχέδιο. Θα δεχτούν η Αίγυπτος και η Ιορδανία τον αναγκαστικό εκτοπισμό των Παλαιστινίων από τη Γάζα; Θα αποδεχθεί η Σαουδική Αραβία μια περιφερειακή τάξη υπό την ηγεσία του Ισραήλ; Η επιλογή που αντιμετωπίζουν τώρα όλες οι χώρες της περιοχής είναι η εξομάλυνση ή η γενοκτονία. Αυτό που τίθεται σήμερα επί τάπητος δεν είναι πλέον η κλασική εξομάλυνση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων ή η συνεργασία σε διάφορους τομείς, αλλά η πλήρης υποταγή στη σιωνιστική οντότητα.
Γενοκτονία ή εξομάλυνση, το σχέδιο είναι να καταργηθεί κάθε έννοια λαού στην περιοχή και να μετατραπεί σε μια ελεύθερη αγορά αγαθών και ταυτοτήτων. Η γενοκτονία ή η εξομάλυνση είναι δύο επιλογές του ίδιου σχεδίου για την εξάλειψη κάθε προσπάθειας για αξιοπρέπεια και κυριαρχία στην περιοχή.
Ο Edward Said έγραψε τον Οκτώβριο του 1993, στο προφητικό άρθρο του «Όσλο: η επόμενη μέρα»:
“Στην πραγματικότητα, με τους ανεπτυγμένους θεσμούς του, τις στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ και την επιθετική οικονομία του, το Ισραήλ θα ενσωματώσει οικονομικά τα [κατεχόμενα] εδάφη, κρατώντας τα σε κατάσταση μόνιμης εξάρτησης. Και στη συνέχεια το Ισραήλ θα στραφεί στον ευρύτερο αραβικό κόσμο, χρησιμοποιώντας τα πολιτικά οφέλη της παλαιστινιακής διευθέτησης ως εφαλτήριο για να εισέλθει στις αραβικές αγορές, τις οποίες επίσης θα εκμεταλλευτεί και πιθανώς θα κυριαρχήσει».
Και εδώ ακριβώς είμαστε σήμερα!
Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι από τη δεκαετία του 1990 και μετά οι Ηνωμένες Πολιτείες (και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους) χρησιμοποίησαν διάφορους μηχανισμούς για να προωθήσουν την οικονομική ενσωμάτωση του Ισραήλ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ένας από αυτούς ήταν η εμβάθυνση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων – ένα άνοιγμα στις ξένες επενδύσεις και τις εμπορικές ροές που εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρότειναν μια σειρά οικονομικών πρωτοβουλιών με στόχο τη σύνδεση των ισραηλινών και αραβικών αγορών μεταξύ τους και στη συνέχεια με την οικονομία των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι «εγκεκριμένες βιομηχανικές ζώνες» (QIZ), ζώνες παραγωγής με χαμηλούς μισθούς που δημιουργήθηκαν στην Ιορδανία και την Αίγυπτο στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Μετά τις συμφωνίες του Αβραάμ, πέντε αραβικές χώρες έχουν πλέον επίσημες διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% του πληθυσμού του αραβικού κόσμου και συγκαταλέγονται μεταξύ των κύριων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων στην περιοχή. Ο έλεγχος αυτής της περιοχής θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να εδραιώσουν την ηγεμονία τους και να αντιμετωπίσουν το σχέδιο των Νέων Δρόμων του Μεταξιού της Κίνας. Όμως ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πότε η Σαουδική Αραβία θα ενταχθεί σε αυτό το κλαμπ; Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι αυτός είναι ο υπ’ αριθμόν 1 στόχος του Τραμπ.
Στο Μαγκρέμπ, η συμφωνία εξομάλυνσης του Μαρόκου με το Ισραήλ, η οποία υπεγράφη στις 22 Δεκεμβρίου 2020, απλώς επιδείνωσε τις αντιφάσεις που εμποδίζουν το σχέδιο οικονομικής ολοκλήρωσης του Μαγκρέμπ. Στην Τυνησία, ενώ η ανεπίσημη εξομάλυνση επιταχύνθηκε υπό τον Ben Ali μετά τις συμφωνίες του Όσλο[5], η επίσημη εξομάλυνση παραμένει «έγκλημα εσχάτης προδοσίας» σύμφωνα με τα λόγια του προέδρου Kais Said. Πρέπει να φοβόμαστε ότι με την άφιξη του Τραμπ, η πίεση για την εξομάλυνση της Τυνησίας και της Αλγερίας με το Ισραήλ θα επιταχυνθεί.
Επιπλέον, οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Αλγερίας και Μαρόκου για τη Δυτική Σαχάρα, καθώς και μεταξύ Γαλλίας και Αλγερίας, δεν μπορούν παρά να χρησιμεύσουν ως προειδοποίηση για το αβέβαιο μέλλον του Μαγκρέμπ, το οποίο υπόκειται και με άλλους τρόπους στο ισραηλινοαμερικανικό επεκτατικό σχέδιο. Το βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι οι πρωτίστως ενδιαφερόμενοι λαοί, οι λαοί που στοχοποιούνται από την τερατογένεση και τη βαρβαρότητα της αμερικανοϊσραηλινής μηχανής καταστροφής, θα αντισταθούν με όλες τους τις δυνάμεις στο σχέδιο ακρωτηριασμού και υποδούλωσης της περιοχής.
Οι αραβικές επαναστάσεις, οι οποίες έχουν υποστεί διάφορες μορφές αντεπανάστασης πρωτοφανούς βιαιότητας, πρέπει να θεωρηθούν μακροπρόθεσμα ως μια φάση ενός μακρού κύκλου αντιαποικιακών αγώνων και οι Παλαιστίνιοι βρίσκονται στη διαδικασία αναγνώρισης του κύριου εχθρού με κόστος το αίμα τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η παλαιστινιακή αντίσταση αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής αλλαγής στον αραβικό κόσμο, μια περιοχή που είναι σήμερα η πιο κοινωνικά πολωμένη, η πιο οικονομικά άνιση και η πιο πληγείσα από πολέμους στον κόσμο. Αντίστροφα, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο αγώνας για την Παλαιστίνη συνδέεται στενά με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες άλλων προοδευτικών κοινωνικών αγώνων στην περιοχή.
Και η αντίσταση συνεχίζεται
Ο ιστορικός κύκλος που άνοιξε η επιχείρηση Τουφάν Αλ Άκσα, πέρα από την ικανότητά της να αναδείξει τις προκλήσεις που τίθενται σε όλους τους λαούς της αραβικής περιοχής όσον αφορά την απελευθέρωση και την εθνική κυριαρχία, αποκάλυψε κάποιες αλήθειες που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν:
– Το Ισραήλ, το οποίο για δεκαετίες φορούσε τον μανδύα της δημοκρατικής ιερότητας, έχει πλέον αποκαλυφθεί – ένα κράτος αδυσώπητης κτηνωδίας, διαμορφωμένο από την αποικιοκρατική βία και, ειδικότερα, από τη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση. Ένα κράτος του οποίου η ύπαρξη εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την υποστήριξη της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, καταπνίγοντας τον αραβικό κόσμο, καταστρέφοντας το μέλλον του προτού προλάβει να εκφραστεί. Το αφήγημα της νομιμότητάς του διαλύεται υπό το βάρος της ίδιας της βίας του και η αξίωσή του για ένα ηθικό πλεονέκτημα διαβρώνεται. Ο κύκλος που άνοιξε η Τουφάν Αλ Άκσα εμποδίζοντας παράλληλα το σχέδιο εξομάλυνσης με τη Σαουδική Αραβία έχει αποδομήσει όλες τις αφηγήσεις που μας καλούν να αντιμετωπίσουμε το Ισραήλ ως τετελεσμένο γεγονός. Η «μηδενική απόσταση» βάζει τα πράγματα στη θέση τους υπενθυμίζοντάς μας την αποικιοκρατική και άγρια πραγματικότητα του σιωνιστικού αποικιακού σχεδίου, ενός γενοκτονικού σχεδίου που υποστηρίζεται από μεγάλα τμήματα της ισραηλινής κοινωνίας. Η πρόκληση σε όλη την περιοχή παραμένει η αντίσταση σε όλες τις μορφές αποικιοποίησης: στον πόλεμο, το χρέος και την πνευματική αποικιοποίηση.
– Ο κύκλος που άνοιξε με την επιχείρηση Τουφάν Αλ Άκσα σηματοδότησε μια για πάντα την κατάρρευση της ηθικής υπεροχής της Δύσης, η οποία είχε ήδη υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό στο παρελθόν. Ο τρόπος με τον οποίο ο δυτικός φασισμός και η ισραηλινή ατιμωρησία αλληλοτροφοδοτούνται είναι αρκετά σαφής. Το σύνθημα «Σκοτώστε τους Άραβες» που φώναζαν οι Ισραηλινοί και υιοθετήθηκε από τους φασίστες της Δύσης ήταν μια υπενθύμιση ότι όλοι οι θεσμοί που δημιούργησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ανίκανοι να σώσουν τις ζωές των Αράβων στην πατρίδα τους ή οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.
– Το επεκτατικό και μεσσιανικό αποικιακό σχέδιο υπό την ηγεσία του Τραμπ και του Νετανιάχου αποκαλύπτει για άλλη μια φορά την ευθραυστότητα του διεθνούς δικαίου ως μέσου ρύθμισης των συγκρούσεων και των πολέμων. Επιπλέον, η φιλελεύθερη γλώσσα του δικαίου από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει τα ζητήματα εθνικής απελευθέρωσης των λαών της περιοχής. Το παλαιστινιακό ζήτημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα ζήτημα μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το Ισραήλ και των συνεχιζόμενων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι εδώ και σχεδόν οκτώ δεκαετίες. Είναι πρωτίστως ένα αποικιοκρατικό γεγονός και μια επιδίωξη αυτοδιάθεσης από την πλευρά του παλαιστινιακού λαού που υπερβαίνει το πλαίσιο που διαμορφώθηκε από τους θεσμούς μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι εργαλειοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις χώρες του ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αναγωγή των προσδοκιών των αραβικών λαών σε ένα ζήτημα ατομικών ελευθεριών ή δημόσιων ελευθεριών που πλαισιώνονται από τη γλώσσα του δικαίου και/ή της φιλελεύθερης δημοκρατικής μετάβασης είναι προβληματική, διότι δεν υπάρχει βιώσιμη δημοκρατία σε ένα πεδίο ερειπίων χωρίς κυριαρχία, όπου οι πληθυσμοί υπόκεινται σε διάφορες μορφές υποταγής.
– Τέλος, τα μέσα αντίστασης δεν είναι αποκλειστικά προϊόν της εφευρετικότητας των δρώντων, αλλά καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το υλικό πλαίσιο του συσχετισμού δυνάμεων. Η δυτική ξένη παρέμβαση στον αραβικό κόσμο, είτε με τη μορφή άμεσου πολέμου είτε με τη μορφή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, υπενθυμίζει τακτικά ότι το ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης παραμένει άλυτο στις αραβικές χώρες. Παρά την τυπική ανεξαρτησία σε ορισμένες χώρες, ο οικονομικός ιμπεριαλισμός είναι η άλλη όψη της αποικιοκρατίας και της γενοκτονίας, στόχος της οποίας είναι η οριστική κατάργηση κάθε εθνικής κυριαρχίας και κάθε ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας. Μακριά από οποιαδήποτε δυαδική αντίθεση μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας και αυταρχικής διακυβέρνησης, οι αραβικές επαναστάσεις και η παλαιστινιακή αντίσταση μας δείχνουν για άλλη μια φορά ότι η δυτική παρέμβαση τροφοδοτεί όλα τα καθεστώτα που εξυπηρετούν τα συμφέροντά της και εξαλείφει εκείνα που της αντιστέκονται. Η δημοκρατική διαδικασία στα αυτόνομα παλαιστινιακά εδάφη εμποδίστηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη νίκη της Χαμάς στις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2006. Η τελευταία δεκαετία απαιτεί επομένως η «λαϊκή εθνική κυριαρχία» να επανέλθει στο επίκεντρο των πολιτικών και οικονομικών εναλλακτικών λύσεων που πρέπει να προσδιοριστούν, προκειμένου να υποστηριχθούν τα διάφορα κύματα κοινωνικών και λαϊκών αγώνων που αντιστέκονται όσο καλύτερα μπορούν στον οδοστρωτήρα του ισραηλινοαμερικανικού κατακερματισμού.
Συμπέρασμα
Η πτώση του συριακού καθεστώτος και οι αραβικές επαναστάσεις, όσο και ο κύκλος που άνοιξε η 7η Οκτωβρίου, προσφέρουν έναν κρίσιμο προβληματισμό σχετικά με την ευθραυστότητα των συμμαχιών και τις προκλήσεις που τίθενται στους αγώνες για εθνική κυριαρχία στον αραβικό κόσμο. Καθώς το Ισραήλ συνεχίζει το επεκτατικό του σχέδιο και τη στρατηγική της εθνοκάθαρσης, είναι σημαντικό να μάθουμε από την ιστορία πώς η αποικιοκρατία μπορεί παραδόξως να εδραιώσει τα θεμέλια μιας απρόβλεπτης αντίστασης.
Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και η αποδυνάμωση του Άξονα Αντίστασης δεν σηματοδοτούν μόνο το τέλος μιας εποχής, αλλά προμηνύουν επίσης τη γένεση ενός αβέβαιου μέλλοντος. Ο αέναος πόλεμος στην περιοχή δεν έχει τελειώσει και η Παλαιστίνη παραμένει μια αποφασιστική πυξίδα, αναδεικνύοντας τις ηθικές, τακτικές και στρατηγικές αντιφάσεις των περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο κύκλος που άνοιξε η Toufan Al-Aqsa όχι μόνο αποκάλυψε αλήθειες και στοιχεία που δεν μπορούν πλέον να αγνοηθούν, αλλά κυρίως αναζωπύρωσε τη συζήτηση για το μέλλον θέτοντας μια σειρά από ερωτήματα:
Πώς μπορούμε να πλοηγήσουμε στο λαβύρινθο των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών, των ιδεολογικών διαιρέσεων και των περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων που ανταγωνίζονται με εφευρετικότητα για να διαμορφώσουν τη μοίρα της Παλαιστίνης, της Συρίας, του Λιβάνου και ολόκληρης της περιοχής;
Θα γίνει η Συρία, όπως η Λιβύη, το Ιράκ και τόσες άλλες χώρες πριν από αυτήν, ένα πεδίο μάχης ατελείωτων διαιρέσεων;
Θα συνεχίσουν οι Παλαιστίνιοι, όπως δείχνουν οι όμορφες εικόνες της επιστροφής των κατοίκων της Γάζας στο Βορρά, να αντιστέκονται σε κάθε σχέδιο εθνοκάθαρσης και να εμπνέουν άλλους αγώνες στην περιοχή;
Θα συνεχίσουν τα αραβικά καθεστώτα να αγνοούν την αμείλικτη αναζήτηση των πληθυσμών τους για εθνική κυριαρχία, προσποιούμενα ότι ξεχνούν ότι η εξομάλυνση, όπως προβλέπεται από το ευρύτερο σχέδιο της Μέσης Ανατολής, θα σημάνει απλώς τον αφανισμό τους αργά ή γρήγορα;
Οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς, αλλά το διακύβευμα είναι σαφές: ο χάρτης της εξουσίας επανασχεδιάζεται ταχύτατα και, στο περιθώριο αυτής της αναταραχής, νέες αβέβαιες αλλά δυναμικές δυνατότητες προσφέρονται από διαφορετικές μορφές αντίστασης.
Ο κύκλος που ξεκίνησε μετά την επιχείρηση Τουφάν Αλ Άκσα απέχει πολύ από το να τελειώσει και ο πόλεμος μεταξύ των Αράβων και του ισραηλινοαμερικανικού άξονα δεν έχει ακόμη λήξει. Τα συνθήματα «Ελευθερώστε την Τυνησία και την πρωτεύουσά της, την Ιερουσαλήμ» στην Τύνιδα ή «Η Παλαιστίνη είναι εθνική υπόθεση» που φωνάζουν οι Αιγύπτιοι και οι Μαροκινοί όχι μόνο ενσαρκώνουν τον οργανικό δεσμό μεταξύ των λαών της περιοχής, αλλά δείχνουν επίσης ότι όλες οι αραβικές χώρες υφίστανται λίγο-πολύ τη μοίρα των Παλαιστινίων, οι οποίοι τους ζητούν να αναθεωρήσουν τις στρατηγικές αντίστασής τους.
Στρατηγικές αντίστασης σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να μπει μια για πάντα τέλος στις ήπιες διαπραγματεύσεις και στους κουτσούς συμβιβασμούς και να προσδιοριστεί με σαφήνεια η κεντρική απειλή: αυτή του επεκτατικού σχεδίου του Μεγάλου Ισραήλ.
Σημαίνει την υιοθέτηση της στάσης της ριζικής άρνησης που δείχνουν οι διάφορες μορφές αντίστασης στον αραβικό κόσμο- μια στάση ριζικής ρήξης, η μόνη ικανή να εγγυηθεί την ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια των λαών της περιοχής σε «μηδενική απόσταση» από τη μηχανή της καταστροφής.
Σημειώσεις
[1] Luizard, P.J. Le piège Daech: l’État islamique ou le retour de l’histoire. La Découverte.
[2] Hage, G. (2017). Ο λύκος και ο μουσουλμάνος: είναι ο ρατσισμός μια οικολογική απειλή;. Wildproject.
[3] Corm, G. (2007). Le Proche-Orient éclaté: 1956-2007. Gallimard.
[4] Nazih N. Ayubi (1991), Over-stating the Arab State. Politics and society in the Middle East, London, I.B. Tauris.
[5] Μετά τις συμφωνίες του Όσλο, η Τύνιδα δημιούργησε γραφείο επαφής στο Τελ Αβίβ μεταξύ 1996 και 1999. Το γραφείο αυτό κατείχε μεταξύ 1996 και 1997 ο Khemais Jhinaoui, ο οποίος επρόκειτο να γίνει υπουργός Εξωτερικών μεταξύ 2016 και 2019.
