Στέφανος Τσιβόπουλος, Lost Monument (2009). Στιγμιότυπο από βίντεο εγκατάσταση. ©stefanostsivopoulos

Βανδαλισμός και/ως ιστορική αποκατάσταση

Βανδαλισμός και/ως ιστορική αποκατάσταση

Στέφανος Τσιβόπουλος, Lost Monument (2009). Στιγμιότυπο από βίντεο εγκατάσταση. ©stefanostsivopoulos

Από: Γιώργος Μάντζιος

Το 1963, η διοίκηση της ΑΧΕΠΑ (μιας οργάνωσης Αμερικανών ελληνικής καταγωγής) ανέθεσε στον Felix de Weldon, γλύπτη του εμβληματικού μνημείου της μάχης της Ίβο Τζίμα στο Άρλινγκτον της Βιρτζίνια, να φιλοτεχνήσει το άγαλμα του Harry S. Truman, το οποίο ύστερα θα δωριζόταν στο ελληνικό κράτος προς ανάμνηση του Δόγματος Τρούμαν και της ήττας του κομμουνισμού στην Ελλάδα. Από την εγκατάστασή του στην Αθήνα το 1964, το ύψους 3,5 μέτρων μπρούτζινο άγαλμα έχει επανειλημμένως βεβηλωθεί, βομβαρδιστεί και καταρριφθεί, έχοντας μετατραπεί σε κάποιου είδους αντι-ιμπεριαλιστικό ομοίωμα. Βόμβες, μπογιές, τροχιστικά εργαλεία και σχοινιά έχουν γίνει αντιστοίχως τα πιο διαδομένα μέσα στην πολιτισμική πολιτική του επαναλαμβανόμενου βανδαλισμού του.

Για παράδειγμα, στις 16 Απριλίου 2018, μια ομάδα υποστηρικτών του ΚΚΕ αποσπάστηκε από το βασικό μπλοκ της πορείας εκείνης της μέρας και κατευθύνθηκε προς την αμερικανική πρεσβεία για να διαμαρτυρηθεί για τις πρόσφατες αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Βρετανίας εναντίον της Συρίας. Κρατώντας ένα τροχιστικό εργαλείο και σχοινί, οι επιτιθέμενοι επιχείρησαν να ρίξουν τον Χάρι Τρούμαν από τη βάση του, διαλύθηκαν όμως από τα ΜΑΤ. Σύμφωνα με τον Γιώργο Πέρρο, μέλος του εργατικού συνδικάτου του ΠΑΜΕ, το άγαλμα του Τρούμαν είναι «ένα σύμβολο του ιμπεριαλισμού και των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα», ενώ η επίθεση ήταν «μια συμβολική κίνηση ενάντια στις ΗΠΑ και τον πόλεμο στη Συρία» (Reuters, 2018).

Από τα αποκαλυπτήριά του ως σήμερα, το άγαλμα έχει γίνει πολλές φορές στόχος βίαιων διαμαρτυριών, κάτι που ενθαρρύνει τον στοχασμό σχετικά με τον βανδαλισμό ως μια δημοφιλή και επίκαιρη τροπικότητα ιστορικής αποκατάστασης. Όπως επιβεβαιώνει και το πρόσφατο κύμα επιθέσεων σε αποικιακά, ιμπεριαλιστικά, ρατσιστικά, σεξιστικά και συνομοσπονδιακά[1] αγάλματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο, οι πράξεις βανδαλισμού μπορούν να χρησιμοποιήσουν αλλά και να υπερβούν τις υλικές μορφές ιστορικών σχέσεων καταπίεσης που έχουν φαινομενικά μόνο ξεπεραστεί, κι έτσι να επανορθώσουν το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται στο παρόν. Συνεπώς, οι ιστορικές σχέσεις τις οποίες σηματοδοτεί ένα άγαλμα, μέσα στις άνισες γεωγραφίες των αγώνων του παρόντος για κοινωνική, πολιτική και/ή φυλετική δικαιοσύνη, είναι πιο σημαντικές από την ταυτότητα του προσώπου που απεικονίζει.

Σκεφτείτε το εξής: τα εμβληματικά δημόσια αγάλματα είναι σαν κεραίες σε φανταστικές υποδομές υπολογισμού του ιστορικού στίγματος. Συμπυκνώνουν και αναμεταδίδουν αυτό που θεωρείται λογικό και διανοητό –δηλαδή αυτό που εμφανίζεται ως αυτονόητο– εντός ενός πολιτισμικού πεδίου. Δεδομένου ότι ένα δημόσιο άγαλμα είναι τόσο «εμφανώς αφανές» (Musil 2006 [1927], σ. 64), μπορεί να λειτουργήσει ως ένας διακριτικός, συντετμημένος κώδικας οικείων επιθυμιών, εθνικών αξιών, ρατσιστικών λογικών και πολιτισμικών αλαζονειών· δηλαδή, ως ένας κώδικας της κοινής λογικής της κυρίαρχης κουλτούρας, σε σχέση με την οποία τα αγάλματα στέκουν σε μια κάποιου είδους αναπαραστατική εγγύτητα.

Από την άλλη μεριά, οι διαφοροποιημένες σχέσεις με τέτοια μνημεία (βανδαλισμός, λατρεία, απαξίωση κ.λπ.) δείχνουν πως οι πολιτισμικές, καλλιτεχνικές, πολιτικές και/ή τεχνολογικές μεσολαβήσεις δεν αντανακλούν ή αναπαριστούν απλώς, αλλά παρεμβαίνουν στη θέσπιση και τη μετάδοση των διαφορετικών δυνατοτήτων ιστορικής κατοίκησης στο παρόν. Ως μια τέτοιου είδους μεσολάβηση, ο βανδαλισμός χειρονομεί προς ένα είδος εμμενούς πολιτικής κριτικής το οποίο λειτουργεί μετατοπίζοντας τους όρους της ιστορικής αποκατάστασης από την εστίαση σε ένα δημόσιο μνημείο ως αντικείμενο ιστοριογραφικής ανάλυσης στους τρόπους των τρεχουσών (ανα)παραστάσεών του.

Ως μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας, επομένως, ο βανδαλισμός ενός αγάλματος ισοδυναμεί με μια χειρονομία ξεσκεπάσματος. Η βία που εξαπολύεται εναντίον ενός αγάλματος συμπληρώνει τις ακόμα υφιστάμενες σχέσεις βίας, οι οποίες διαψεύδουν την αδρανή παρουσία του αγάλματος ως υλικό υπόλειμμα ενός υποτιθέμενα περασμένου παρελθόντος. Έτσι, η ιδιάζουσα εργασία που εμπεριέχεται στην πράξη του βανδαλισμού λειτουργεί μέσω ενός παραγωγικού είδους άρνησης, στο οποίο η καταστρεπτική πράξη αναδιπλασιάζεται και γίνεται αναζωογονητική δύναμη. Όπως δείχνει η ανθρωπολογική μου έρευνα για τις κατα-χρήσεις του αγάλματος του Τρούμαν, οι πράξεις βανδαλισμού γίνονται πολιτικά ορατές μέσω της αποσταθεροποίησης και/ή της εκ νέου μεσολάβησης της διάκρισης ανάμεσα σε μια υλική αναπαράσταση (π.χ., του 33ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, μια αναπαράσταση η οποία είναι από μόνη της μια προσωποποίηση του δόγματος Τρούμαν) και σε ό,τι κρυπτογραφείται σε αυτή την αναπαράσταση (τα ψυχροπολεμικά φαντάσματα της κρατικής τρομοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και της αντικομμουνιστικής καταστολής, τα οποία εξακολουθούν να στοιχειώνουν τις [νεο]φιλελεύθερες φαντασιώσεις ορισμένων κατ’ όνομα δημοκρατικών καθεστώτων στην και από την Ελλάδα σήμερα).

Ο βανδαλισμός μπορεί, συνεπώς, να λειτουργήσει ως αποκάλυψη των ανοιχτών πληγών μιας κοινωνίας· λειτουργεί στον βαθμό που προδίδει τα «δημόσια μυστικά» (Taussig 1999) μιας κοινωνίας: στην προκείμενη περίπτωση, τις αποκηρυγμένες αλλά ακόμα υφιστάμενες συνενοχές της κυρίαρχης εθνικής κουλτούρας στις ιστορικές μορφές βίας και διακρίσεων. Όπως επίσης καταμαρτυρούν οι επίσημες εκδηλώσεις μνήμης γύρω από την επέτειο των διακοσίων χρόνων από την ελληνική επανάσταση, τέτοιες συνενοχές συχνά αποκηρύσσονται με κουρασμένες αλλά καλά προβαρισμένες (και καλά χρηματοδοτημένες) εθνικιστικές τελετουργίες μνημειοποίησης, συνανήκειν και αλληλεγγύης. Όπως δείχνει η ανθρωπολογική μου έρευνα στις κατα-χρήσεις του αγάλματος του Τρούμαν, ο βανδαλισμός μπορεί να παραδώσει τέτοιες συνενοχές στον δημόσιο (ανα)στοχασμό, και να το κάνει με τρόπους που απαιτούν μια ανανεωμένη προσήλωση στις επιτελεστικές διαστάσεις της ιστορικής αποκατάστασης και στη σχέση της με την υλικότητα της συλλογικής μνήμης.

Αντιστοίχως, στην έρευνά μου με ενδιαφέρουν οι τρόποι με τους οποίους οι πράξεις βανδαλισμού μπορούν να μετατρέψουν εμβληματικά μνημεία σε βαλλιστικές επιφάνειες για δημόσια απήχηση και ιστορική αποκατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, εστιάζω στο άγαλμα του Χάρι Τρούμαν στην Αθήνα εμπνεόμενος από νέες καλλιτεχνικές μεσολαβήσεις που αναφέρονται στην ανάθεση, τη μεταφορά, την εγκατάσταση και τους πολλαπλούς βανδαλισμούς του μνημείου. Κύρια μεταξύ αυτών των πηγών έμπνευσης είναι η βίντεο εγκατάσταση του Στέφανου Τσιβόπουλου με τον τίτλο Lost Monument (2009). Παρουσιάζοντας τον Τρούμαν ως ένα περιοδεύον άγαλμα, ο Τσιβόπουλος συνδυάζει φωτογραφικά αρχεία με πρωτότυπα κινηματογραφικά ντοκιμαντέρ για να αρθρώσει έναν αναστοχαστικό και αλλόκοτο σχόλιο σχετικά με τις κληρονομιές του Δόγματος Τρούμαν που επιμένουν και συνυφαίνονται στην και από την μεταπολεμική Ελλάδα. Αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει σε έργα όπως το Lost Monument είναι μια ανθρωπολογική πρόσληψη τέτοιων καλλιτεχνικών μεσολαβήσεων ως προεκτάσεις των πράξεων βανδαλισμού που (ανα)παριστούν.

Στο πρόσφατο άρθρο μου «Cold War image-myths: A crime scene ethnography of defacement and historical redress from Athens, Greece [Ψυχροπολεμικές εικόνες-μύθοι: Μια εγκληματολογική εθνογραφία βανδαλισμού και ιστορικής αποκατάστασης από την Αθήνα]», διερευνώ την πολιτική αισθητική του βανδαλισμού, την οποία εξηγώ μέσα από μια πειραματική εθνογραφία της ιστορικής αποκατάστασης και των πολιτικών αντεγκλήσεων του Ψυχρού Πολέμου. Ειδικότερα, στήνω μια υποθετική εγκληματολογική έρευνα σχετικά με τη θέση και το κύρος του Χάρι Τρούμαν στη σύγχρονη Αθήνα. Όπως η εγκατάσταση του Τσιβόπουλου, το πείραμά μου περιλαμβάνει μια στροφή των όρων της ιστορικής αποκατάστασης από την εστίαση στο άγαλμα του Χάρι Τρούμαν ως ιστοριογραφικό αντικείμενο στον επαναλαμβανόμενο βανδαλισμό του και τις επαναλαμβανόμενες (ανα)παραστάσεις του στην και από την μεταπολεμική Ελλάδα.

 

Βιβλιογραφία:

Mantzios, G. (2021) Cold War image-myths: A crime scene ethnography of defacement and historical redress from Athens, Greece. International Journal of Cultural Studies [Μάρτιος], σ.  1-18.

Musil, R. (2006 [1927]) Monuments. Στο: Robert Musil: Posthumous Papers of a Living Author, μτφρ. Wortsman P. Νέα Υόρκη: Archipelago Books.

Reuters (2018) Greek communists try to topple Truman statue in Syria air strikes protest. Arab News, 16 Απριλίου. Προσβάσιμο στο: https://www.arabnews.com/node/1285626/world (προσπελάστηκε στις 10 Απριλίου 2019).

Taussig, M. (1999) Defacement: Public Secrecy and the Labor of the Negative. Στάνφορντ, Καλιφόρνια: Stanford University Press.

Tsivopoulos, S. (2009) Lost monument. Προσβάσιμο στο: https://www.stefanostsivopoulos.com/lostmonument (προσπελάστηκε στις 7 Ιουλίου 2020.)

 

Ο Γιώργος Μάντζιος είναι υποψήφιος διδάκτορας κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας στο τμήμα Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο στον Καναδά. Είναι επίσης συνεργάτης στον συντονισμό του Pelion Summer Laboratory for Cultural Theory and Experimental Humanities (https:// www.pelionsummerlab.net/).

 

Παράθεση ως: Μάντζιος, Γιώργος, 2021, «O βανδαλισμός και/ως ιστορική αποκατάσταση», Decolonize Hellas, μτφρ.: Πούλιος, Βαγγέλης.

 

[1] [Σ.τ.Μ]: Στο πρωτότυπο «Confederate». Αναφορά στην περίοδο του αμερικανικού εμφυλίου και τη συνομοσπονδία των δουλοκτητικών πολιτειών του Νότου.